Όποιος είδε το χθεσινοβραδινό παιχνίδι ποδοσφαίρου ανάμεσα στη Μπαρτσελόνα και τη Ρεάλ σίγουρα μπορεί να καταλάβει τον λόγο για τον οποίο έχει επικρατήσει ο όρος «μαγεία του ποδοσφαίρου». Αυτό που επί μιάμιση ώρα παρακολουθήσαμε δεν ήταν απλώς ένα ποδοσφαιρικό παιχνίδι, ήταν μία θεατρική παράσταση υψηλής τέχνης, με 28 πρωταγωνιστές και 2 προπονητές-σκηνοθέτες Οσκαρικού επιπέδου, που καθήλωνε τον θεατή και που όλοι παρακαλούσαμε να μην τελειώσει.
Ήταν η επιτομή του ποδοσφαίρου, ο λόγος για τον οποίο το άθλημα αυτό συναρπάζει ανθρώπους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους, χωρίς κανένα κοινό πολιτιστικό, μορφωτικό η οικονομικό υπόβαθρο και αποτελεί την κοινή συνισταμένη ενός Σουηδού ψυχίατρου και ενός Μεξικανού βαρώνου ναρκωτικών, ενός Άγγλου αστυνομικού και ενός Αφρικανού Πολέμαρχου, ενός ψαρά στην Ινδονησία και ενός Ιταλού σχεδιαστή.
Το ποδόσφαιρο είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα παιχνίδι, είναι - και συγχωρέστε με για τον καθ` υπερβολή παραλληλισμό - μία παγκόσμια «θρησκεία». Και μάλιστα μία θρησκεία στην οποία οι πιστοί της δεν προσέρχονται κατόπιν προσηλυτισμού ή κατήχησης, αλλά αυτοβούλως από την πρώτη ημέρα που μαθαίνουν να περπατούν. Κατά ένα μυστηριώδη τρόπο η στρογγυλή θεά ασκεί έναν μαγνητισμό, μία ανεξήγητη έλξη στη συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών για τα οποία αποτελεί το βασικό τους παιχνίδι μέχρι την ενηλικίωση αλλά και μετά. Κάποια από αυτά μάλιστα, τα περισσότερο ταλαντούχα, έχουν την τύχη να κάνουν το παιχνίδι των παιδικών τους χρόνων επάγγελμα ζωής. Αλλά και όσα, τα περισσότερα, ακολούθησαν πιο συμβατικούς δρόμους, δεν σταμάτησαν ποτέ να κουβαλούν τον ποδοσφαιριστή των παιδικών χρόνων μέσα τους, λες και το παιχνίδι αυτό τους έχει σημαδέψει για πάντα την ψυχή τους. Όσοι διαφωνούν ας ρίξουν μια ματιά στις εικόνες με τα γεμάτα γήπεδα σε κάθε γωνιά του πλανήτη, αλλά και στο προφίλ του διασημότερου θρησκευτικού ηγέτη του πλανήτη, του πρόσφατα αποβιώσαντος Πάπα Φραγκίσκου, ο οποίος μέχρι τον θάνατο του δεν το έκρυβε ότι ήταν φανατικός οπαδός της ομάδας της πόλης που γεννήθηκε, της Σαν Λορέντσο του Μπουένος Άιρες.
Πάντα αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους ακόμα και όταν οι ίδιοι έχουν σταματήσει να παίζουν πιά, να λατρεύουν το ποδόσφαιρο ως φανατικοί ζηλωτές μιας θρησκείας, άλλωστε δεν κατάφεραν να το εξηγήσουν πολλοί άλλοι σοφότεροι από εμένα και πιο ειδικοί στην ανθρώπινη ψυχολογία.
Ίσως να είναι αυτή η μοναδική του ιδιαιτερότητα που δεν υπάρχει σε κανένα άλλο σπορ, αλλά απαντάται συχνά στην ζωή: Στο ποδόσφαιρο δεν κερδίζει πάντα ο καλύτερα προετοιμασμένος, ο ισχυρότερος η ο πιο ικανός. Δεν είναι τίμια «θρησκεία», κάποιες φορές επιβραβεύει τον τυχερό, τον κλέφτη, τον πονηρό. Και αν δεν με πιστεύετε ρωτήστε όσους θυμούνται τι έπαθε μια από τις πιο ταλαντούχες ομάδες που εμφανίστηκαν ποτέ, η Εθνική Βραζιλίας στο Μουντιάλ του 1982, για να αναφέρω μόνο ένα από τα πάμπολλα παραδείγματα.
Παρεμπιπτόντως αν το ποδόσφαιρο είναι «θρησκεία» τότε ο ιεροφάντης του είναι η Μπαρτσελόνα. Σίγουρα στα 150 χρόνια από τότε που το παιχνίδι απέκτησε επίσημη δομή και οργάνωση υπήρξαν πολλές μεγάλες ομάδες, και προφανώς θα υπάρξουν και άλλες στο μέλλον. Όμως η Μπαρτσελόνα δεν είναι απλώς μια μεγάλη ποδοσφαιρική ομάδα, είναι ένας αθλητικός σύλλογος ο οποίος έχει κοινωνική και πολιτική διάσταση, του οποίου οι δραστηριότητες εκτείνονται σε ένα ευρύ φάσμα των sports αλλά και πέρα από αυτά, όπως στην δημιουργία της πρώτης παγκοσμίως αθλητικής ακαδημίας στην οποία ταλαντούχα νεαρά παιδιά, ανεξαρτήτως φυλής και χρώματος μαθαίνουν εδώ και πολλά χρόνια τα μυστικά όχι μόνο του ποδοσφαίρου αλλά και διάφορων άλλων sports, ενώ παράλληλα παρακολουθούν τα μαθήματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπως κάθε άλλος συνομήλικος τους. Δεν είναι τυχαίο ότι στις φανέλες κάτω από το λογότυπο «Βarcelona» υπάρχει γραμμένη η φράση «Μes que un Club», τουτέστιν μεταφραζόμενο σε «Mπαρτσελόνα, κάτι περισσότερο από μία ομάδα»
Η Μπαρτσελόνα περαιτέρω είναι μια ιδεατή μικρή Δημοκρατία που λειτουργεί με τρόπο τέτοιο ώστε να παράγει αξιοθαύμαστα αθλητικά επιτεύγματα. Και το αποκαλώ Δημοκρατία γιατί ο Πρόεδρος της εκλέγεται κάθε πενταετία με κανονικές εκλογές ανάμεσα στα 170.000 μέλη της, τους αποκαλούμενους socis. Είναι ο Σύλλογος με τον οποίο ταυτίζεται όχι μόνο ποδοσφαιρικά αλλά εθνοτικά μια ολόκληρη περιοχή, η Καταλονία. Άλλωστε, παρόλο που έχουν περάσει περισσότερα από 85 χρόνια από την λήξη του Ισπανικού Εμφυλίου, τα ντέρμπι μεταξύ Μπαρτσελόνα και Ρεάλ δεν παύουν ποτέ υποσυνείδητα, να παραπέμπουν στις μάχες ανάμεσα στους Δημοκρατικούς και τους οπαδούς του Φράνκο, που τόσο καθηλωτικά περιγράφει στο επικό του μυθιστόρημα «Για ποιόν χτυπά η καμπάνα» ο Χέμινγουεϊ. Και ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι το ποδόσφαιρο πέρα από «Θρησκεία» είναι και πόλεμος;
Ευτυχώς βέβαια το εκπληκτικό ποδοσφαιρικό θέαμα που απολαύσαμε χθες, μπορεί μεν να είχε νικητές και ηττημένους, αλλά σε αντίθεση με τον Ισπανικό Εμφύλιο, δεν είχε νεκρούς και τραυματίες, ήταν δε εξίσου καθηλωτικό για τα δισεκατομμύρια οπαδούς - βλέπε ζηλωτές - του αθλήματος παγκοσμίως. Και ασφαλώς σε αυτό συνέβαλλε η αδιαμφισβήτητη ποιότητα της Ρεάλ, αλλά οφείλεται κυρίως στην Μπαρτσελόνα, η οποία μπορεί να χρωστάει την ύπαρξη της στη «Θρησκεία» που λέγεται ποδόσφαιρο, όμως και η εν λόγω «Θρησκεία» οφείλει ένα μέρος της δημοφιλίας της σε αυτήν.
Ποδόσφαιρο, μια «Θρησκεία» με φανατικούς οπαδούς, ένας πόλεμος χωρίς απώλειες, μια διασκέδαση χωρίς τέλος...
Πηγή εικόνας: EFE/Alberto Estévez