«Να χυθεί άπλετο φως» και «να προχωρήσει γρήγορα η Δικαιοσύνη και να μην μείνει καμία σκιά στην υπόθεση της τραγωδίας των Τεμπών και κανένα ερώτημα αναπάντητο, γεγονός που θα βοηθήσει καταλυτικά στην κάθαρση», ζήτησε η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκη Κεραμέως.
Αναφορικά με τα γεγονότα της τραγωδίας, η κ. Κεραμέως, μιλώντας στον ΣΚΑΙ, τόνισε ότι είναι αντικείμενο διερεύνησης από τη Δικαιοσύνη.
Ερωτηθείσα σχετικά με την τοποθέτηση του πρωθυπουργού επί του συμβάντος, υπογράμμισε ότι ο ίδιος μπορεί να απαντήσει μόνο σε όσα μπορεί να απαντήσει ένας εκπρόσωπος της εκτελεστικής εξουσίας.
Όπως σημείωσε, «όταν ο πρωθυπουργός ερωτήθηκε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, που ήταν περίπου δύο εβδομάδες μετά το δυστύχημα, απάντησε στη βάση των στοιχείων που είχε μπροστά του και τα οποία στοιχεία με καταλυτικό και κατηγορηματικό τρόπο απαντούσαν στο ερώτημα».
«Όταν ερωτήθηκε αργότερα, θυμάμαι ενδεικτικά μια συνέντευξή του την έβλεπα τις προάλλες, που ήταν πέρυσι τον Απρίλιο, πριν από κάποιους μήνες, αρκετά μετά, πάνω από έναν χρόνο μετά την τραγωδία, εκεί λοιπόν είχε πει για το συγκεκριμένο θέμα, για το τι ακριβώς μετέφερε η εμπορική αμαξοστοιχία, είχε πει ρητά ότι αυτό θα το κρίνει εν τέλει η Δικαιοσύνη» σημείωσε η υπουργός Εργασίας και υπενθύμισε ότι το συγκεκριμένο ερώτημα είχε απαντηθεί, μέσω εγγράφου στο Ελληνικό Κοινοβούλιο από τους αρμόδιους, δηλαδή από την Hellenic Train.
«Είχε απαντηθεί, είχε προσκομιστεί επίσημη απάντηση. Τι έπρεπε να την αποσιωπήσει; Να μην πει, ενώ είναι στον δημόσιο διάλογο; Κάτι το οποίο κατατίθεται στη Βουλή είναι δημόσια διαδικασία έτσι; Είναι ανοιχτό σε όλους. Τι έπρεπε να μην αναφέρει αυτό το επίσημο έγγραφο;» διερωτήθηκε η κ. Κεραμέως.
Προσέθεσε δε ότι, όσο προχωράει αυτή η διαδικασία, όσο χύνεται φως, όσο ανοίγουν περισσότερα στοιχεία και είναι πολύ σημαντικό να ανοίγουν περισσότερα στοιχεία, προφανώς εμπλουτίζεται το υλικό, που έχουμε όλοι στη διάθεσή μας μέσα από τον δημόσιο διάλογο.
Η υπουργός Εργασίας τόνισε ότι, όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, η κυβέρνηση έχει προβεί σε μια σειρά από ενέργειες, προκειμένου ακριβώς να συνδράμει, όσο μπορεί, τη Δικαιοσύνη, «γιατί μιλάμε για την εκτελεστική εξουσία και τη νομοθετική, που έρχεται να συνδράμει τη δικαστική, επισημαίνοντας ότι, αν δεν έκανε τίποτα η κυβέρνηση, δεν θα μπορούσαν να ανοίξουν τα κινητά των εμπλεκομένων στην υπόθεση».
«Η κυβέρνηση, λοιπόν, πήγε στη Βουλή και πρότεινε στη Βουλή των Ελλήνων μια διάταξη, βάσει της οποίας άνοιξαν όλα τα κινητά. Αυτό τι σημαίνει; Περισσότερη πληροφορία για το ανακριτικό υλικό» σχολίασε η κ. Κεραμέως, ενώ επανέλαβε ότι το μείζον είναι να δοθεί η δυνατότητα και ο απαραίτητος χρόνος, για να ολοκληρώσει γρήγορα το έργο της η Δικαιοσύνη, αλλά και να μην μείνει καμία σκιά.
«Εκτός του ότι είναι απαραίτητο για τη σωστή λειτουργία της Δικαιοσύνης, είναι και θέμα σεβασμού προς τις οικογένειες των θυμάτων» συμπλήρωσε και είπε ότι από την πλευρά των συγγενών κατατέθηκαν 300 αιτήματα, τα οποία πολλές φορές συνοδεύονται από σημαντικό όγκο υλικού και τα οποία έπρεπε να διερευνήσει η Δικαιοσύνη.
Σε ό,τι αφορά την Εξεταστική Επιτροπή, που πραγματοποιήθηκε, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για μια κοινοβουλευτική διαδικασία, ανεξάρτητη από τις διαδικασίες της Δικαιοσύνης. «Κάθε διεργασία, λοιπόν, που γίνεται στη Βουλή και πρέπει να το καταλάβουμε αυτό, όχι για να το μειώσουμε, όχι για να το εξυψώσουμε, αλλά να το βάλουμε στο σωστό πλαίσιο, έχει μια κομματική σκοπιά» ανέφερε χαρακτηριστικά, δεδομένου ότι συμμετέχουν οι βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου ως μέλη συγκεκριμένων πολιτικών ομάδων, προσθέτοντας ότι και η κοινοβουλευτική και η δικαστική διαδικασία χρειάζονται.
Αναφορικά με τυχόν ευθύνες πολιτικών προσώπων, η υπουργός Εργασίας απάντησε: «Το μείζον είναι ότι, αν υπάρξει το παραμικρό στοιχείο εκ μέρους της δικαιοσύνης για οποιοδήποτε πρόσωπο, διαβεβαίωσε ο Πρωθυπουργός ότι δεν θα σταθεί εμπόδιο, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν θα σταθεί εμπόδιο.
Όλα αυτά τα οποία συζητάμε για τα βαγόνια, για το τι υλικό μετέφερε η εμπορική αμαξοστοιχία, για το τι έγινε στον τόπο συγκεκριμένα της τραγωδίας εν συνεχεία, τα διερευνά η δικαιοσύνη και ορθώς τα διερευνά η δικαιοσύνη».
Για τον κατώτατο μισθό η κ. Κεραμέως προανήγγειλε αύξηση. «Σήμερα, που μιλάμε, είμαστε στα 830 ευρώ, δηλαδή είμαστε συν 28% από το 2019. Θα υπάρξει μια αύξηση, η οποία τώρα είναι στη διαδικασία συζητήσεων. Οι κοινωνικοί εταίροι καταθέτουν τις προτάσεις τους. Θα συζητηθεί τους επόμενους δύο μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο, με στόχο στο τέλος Μαρτίου να εισηγηθώ στο Υπουργικό Συμβούλιο την επόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού. Την τελική απόφαση θα λάβει το Υπουργικό Συμβούλιο», ενώ η ίδια αναμένει το πόρισμα της Επιτροπής, το οποίο για πρώτη φορά εφέτος θα γίνει μέσα από ένα συγκροτημένο όργανο, που λέγεται Επιτροπή Διαβούλευσης.
«Για πρώτη φορά, εφέτος ο κατώτατος μισθός θα προστατεύει και τους δημοσίους υπαλλήλους», σημείωσε η υπουργός.
Παράλληλα, αναφέρθηκε και στην έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, διευκρινίζοντας ότι δεν αρνείται αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, αλλά επισημαίνει ότι θα πρέπει να είναι μετρημένες και να είναι εντός πλαισίων, «για να θωρακίσουμε το δημοσιονομικό πλαίσιο. Είναι μια σύνθετη άσκηση. Από τη μια είναι πολύ σημαντικό να ενισχύσουμε τους εργαζόμενους, από την άλλη πρέπει να προσέξει κανείς αυτή η αύξηση του κατώτατου μισθού να μην αποβεί εις βάρος συνολικά της οικονομίας και, άρα, των εργαζομένων».