Ο Σβόνικο Γεωργίου είναι από την Κότσανη και βλέπει τους χιλιάδες συμπολίτες του να κατευθύνονται στα νεκροταφεία της επαρχιακής πόλης της Βόρειας Μακεδονίας. Μαζί κι αυτός. Είναι η πιο θλιβερή στιγμή που έχει ζήσει ο τόπος. Κηδεύει 31 νέους ανθρώπους, από τους 59 νεκρούς της τραγωδίας στο νυχτερινό κλαμπ που έχει συγκλονίσει τα Βαλκάνια. Έχει διατελέσει στο παρελθόν δημοτικός σύμβουλος, όπως λέει. Και παραδέχεται ότι γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει πίσω από τέτοιες καταστάσεις. «Δίνεις λεφτά στον δήμαρχο, σε έναν υπάλληλο, και κάνεις τη δουλειά σου», λέει σε σπαστά ελληνικά. «Είναι κοράπτσια», συμπληρώνει, χρησιμοποιώντας τη λέξη διαφθορά στη γλώσσα του, που μπερδεύει ανάμεσα στις ελληνικές φράσεις. Είναι η απάντηση στο γιατί συνέβη η τελευταία τραγωδία.

Στην πόλη των περίπου 27.000 κατοίκων ελάχιστοι έχουν συνειδητοποιήσει αυτό που συνέβη. Βλέπουν την κεντρική πλατεία τους να έχει γεμίσει με τηλεοπτικά συνεργεία και φωτορεπόρτερς που απαθανατίζουν τη θλίψη. Τα τραπέζια με τις φωτογραφίες των παιδιών που χάθηκαν, τα βιβλία συλλυπητηρίων το περιεχόμενο των οποίων ο δημοτικός αστυνομικός απαγορεύει να δουν οι δημοσιογράφοι, τα κεριά που ανάβουν κατά δεκάδες. Και κυρίως το κλάμα και η οδύνη. Για τις τόσο άδικες απώλειες. Είναι το σημείο που επισκέφτηκε και ο πρωθυπουργός της Βόρειας Μακεδονίας Χρίστιαν Μίτσκοτσκι. Προσευχήθηκε, έγραψε στο βιβλίο των συλλυπητηρίων και έφυγε. Γρήγορα, πριν προλάβει να γίνει αντιληπτός. Ακόμη και ένας πολίτης που προσπάθησε να τον πλησιάσει δεν τα κατάφερε.

Η ατμόσφαιρα για τους πολιτικούς αυτές τις ημέρες μυρίζει μπαρούτι στην Κότσανη. Το μένος των κατοίκων αρχικά ξέσπασε στη δεύτερη επιχείρηση του ιδιοκτήτη του κλαμπ που μετατράπηκε σε πύρινη παγίδα για τους 59 ανθρώπους. Και στη συνέχεια στο σπίτι του δημάρχου που πετροβολήθηκε. Παρ’ ότι παραιτήθηκε άμεσα, οι κάτοικοι της πόλης θεωρούν ότι έχει ευθύνες. «Εδώ λέμε ότι ο δήμαρχος είναι ο πατέρας της πόλης», εξηγεί ο Στογιάν Αντόνοφ, ο οποίος έχασε τον εγγονό του αδερφού του. «Αν δεν γνωρίζεις τι συμβαίνει στο σπίτι σου ως πατέρας, σημαίνει ότι υπάρχει πρόβλημα», συμπλήρωσε, επιρρίπτοντας ευθύνες στη δημοτική αρχή της πόλης. Όμως όλα δείχνουν ότι δεν θα περιοριστεί εκεί. Οι νέοι της πόλης ήταν αγριεμένοι. Έδειχναν έτοιμοι για ανατροπές. Περπατούσαν νευρικά όταν μαζικά πήγαιναν στις κηδείες. Αρνούνταν να μιλήσουν στα μέσα ενημέρωσης. Συνειδητά, είχαν χαράξει γραμμή. Και έδειχναν αποφασισμένοι. Οι διαρκείς παραδοχές για τη διαφθορά και το σύστημα που λυμαίνεται επί δεκαετίες τον δημόσιο τομέα στη χώρα δεν τους αρκεί για να ηρεμήσουν. Ούτε οι συλλήψεις πρώην υπουργών, δημάρχων, αστυνομικών και υψηλόβαθμων υπηρεσιακών παραγόντων.

Με σκυτάλη από το Νόβισαντ και τα Τέμπη
Οι ομοιότητες στην ατμόσφαιρα της Κότσανης με αυτή που από τον περασμένο Νοέμβριο επικρατεί περίπου 600 χιλιόμετρα βορειότερα, στο Νόβισαντ, είναι πολλές. Η βασική είναι η οργή των νέων ανθρώπων που δεν αντέχουν τα ευχολόγια για την πάταξη της διαφθοράς. Στη μία περίπτωση ήταν η πτώση της σκεπής του σιδηροδρομικού σταθμού που μόλις είχε κατασκευαστεί και στην άλλη η επί 13 χρόνια λειτουργία ενός κλαμπ σε έναν χώρο αποθήκης. Στο Νόβισαντ η οργή μετατράπηκε σε ανθρώπινο ποτάμι που συνεχίζει τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Μπορεί ένας υπουργός να οδηγήθηκε αρχικά στη φυλακή, ωστόσο οι διαμαρτυρόμενοι δεν ανέχονται να ακούν περί πολέμου με τη διαφθορά χωρίς να βλέπουν καμία πράξη. Οδήγησαν τον πρωθυπουργό σε παραίτηση και δηλώνουν αποφασισμένοι να αλλάξουν την κατάσταση. Όχι απαραίτητα να αλλάξουν πολιτικούς συσχετισμούς, αλλά να πολεμήσουν τη διαφθορά. Είναι η ίδια οργή που ξεχείλισε στην Ελλάδα με τις πρωτοφανείς σε όγκο και παλμό αγανάκτησης συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για την τραγωδία των Τεμπών. Αυτή που ανέδειξε διαδικασίες διαφθοράς και καθυστερήσεων.
Αναλυτές στη Βόρεια Μακεδονία θεωρούν ότι οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας της περασμένης εβδομάδας, πριν τις κηδείες των 59 θυμάτων της τραγωδίας της Κότσανης, είναι μόνον η αρχή. Πιστεύουν ότι ο λαός της χώρας δεν πρόκειται να δώσει χρόνο στους πολιτικούς, από όποια πλευρά κι αν προέρχονται. Και θεωρούν ότι με κάποιον τρόπο η αγανάκτηση θα συνεχίσει να εκδηλώνεται με μοναδικό αίτημα να αλλάξει εκ βάθρων το σαθρό οικοδόμημα. Παρομοιάζουν τη στάση των κατοίκων με την ψυχολογία των Σέρβων που έχουν βγει στους δρόμους. Και με την αντίδραση των Ελλήνων που ζητούν ριζικές αλλαγές.
Ο Ζόραν κάθεται σε μία γωνία των νεκροταφείων της Κότσανης. Φοράει ένα μαύρο μπλουζάκι με τη φωτογραφία του νεκρού φίλου του. Αρνείται να μιλήσει on camera. «Δεν είμαι σε θέση, δεν είναι ώρα για να βγαίνουμε στις κάμερες», εξηγεί ευγενικά, παρά την ευδιάκριτη οργή του. Την προηγούμενη μέρα, στη συγκέντρωση που έγινε στην πόλη του στην κεντρική πλατεία, κάποιοι κρατούσαν ένα μπάνερ στο οποίο αναγραφόταν «Πόση άλλη διαφθορά πια;». Και φαίνεται ότι δεν θα περιμένουν να πάρουν απάντηση.
