Μετά από διαπραγματεύσεις περίπου 25 ετών, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έδωσαν την Παρασκευή δια των πρεσβευτών τους το πράσινο φως για την υπογραφή της συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών με την κοινή αγορά της Λατινικής Αμερικής, την περιβόητη Mercosur, πλήρη μέλη της οποίας αποτελούν η Αργεντινή, η Βραζιλία, η Ουρουγουάη και η Παραγουάη.
Μέσω της συμφωνίας, που θα υπογραφεί στις 17 Ιανουαρίου στην Παραγουάη, η ΕΕ προχωρά στη μεγαλύτερη μείωση δασμών ύψους 4 δισ. ευρώ στις εξαγωγές της προς την αγορά του Νότου, συνδέοντας έτσι πάνω από 700 εκατομμύρια καταναλωτές σε ολόκληρη την Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική. Αν και όλες οι χώρες του ευρωπαϊκού μπλοκ συνομολογούν πως η συμφωνία είναι απαραίτητη για την ανταγωνιστική ικανότητα της ΕΕ απέναντι στην επέλαση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, τα κράτη-μέλη παραμένουν διχασμένα για τις επιπτώσεις της ιδίως στον πρωτογενή τομέα της Ευρώπης.
Η συμφωνία σε νούμερα
Με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελεί, σύμφωνα με την Κομισιόν, τον δεύτερο μεγαλύτερο εταίρο της Mercosur στο εμπόριο αγαθών, το οποίο τη δεκαετία 2014 και 2024 αυξήθηκε πάνω από 36%, η συμφωνία απελευθερώνει την πρόσβαση σε μία αγορά άνω των 270 εκατομμυρίων καταναλωτών, μειώνοντας δραματικά τους υψηλούς δασμούς που επιβάλλουν οι χώρες αυτές στις εισαγωγές τους. Χαρακτηριστικά, έως σήμερα επιβάλλονται δασμοί 35% στα ανταλλακτικά αυτοκινήτων, 28% στα γαλακτοκομικά προϊόντα, 55% στα κονσερβοποιημένα ροδάκινα και 27% στα κρασιά, αποτελώντας σημαντικό εμπόδιο στην εγκαθίδρυση των ευρωπαϊκών προϊόντων στη Λατινική Αμερική.
Είναι ενδεικτικό πως η αξία των εμπορικών συναλλαγών της ΕΕ με τη Mercosur το 2024 υπερέβη τα 111 δισ. ευρώ, με τα 55,2 δισ. ευρώ να αφορούν σε εξαγωγές και τα 56 δισ. ευρώ σε εισαγωγές από τις χώρες του συνασπισμού. Σύμφωνα με την Κομισιόν, από τη συμφωνία θα επωφεληθούν επιχειρήσεις που απασχολούνται σε αγροδιατροφικά προϊόντα, μηχανήματα, φαρμακευτικά προϊόντα, αυτοκίνητα, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και είδη ένδυσης, ενώ όσο περισσότερες εξαγωγές πραγματοποιεί η Ευρώπη, τόσο περισσότερες θέσεις εργασίας μπορεί να διαφυλάξει και να δημιουργήσει.
Οι φόβοι για τον πρωτογενή τομέα
Αν και το ισοζύγιο εισαγωγών/εξαγωγών μεταξύ Ευρώπης και Mercosur είναι ισοσκελισμένο, τουλάχιστον για τα έτη 2023 και 2024, όπως προκύπτει από τα οικονομικά στοιχεία της Eurostat και της ΕΛΣΤΑΤ, τα ποσοστά των επιμέρους κλάδων, χωρίς ακόμη να έχει υπογραφεί η συμφωνία που μειώνει ή καταργεί δασμούς, διαμορφώνουν μία ανησυχητική εικόνα για τα γεωργικά προϊόντα, δημιουργώντας εύλογες αντιδράσεις από χώρες που βασίζονται στον πρωτογενή τομέα, με κυρίαρχη τη Γαλλία. Είναι άλλωστε από τα κράτη-μέλη (μαζί με την Πολωνία, την Αυστρία, την Ιρλανδία και την Ουγγαρία) που εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην υπογραφή της συμφωνίας, ενώ το Βέλγιο απείχε της διαδικασίας. Η Ελλάδα ήταν μεταξύ των χωρών που είδε θετικά τη συμφωνία, ζητώντας παράλληλα διασφαλίσεις για τα ελληνικά προϊόντα και κυρίως για 21 προϊόντα ΠΟΠ (όπως η φέτα, το ελαιόλαδο, ο κρόκος Κοζάνης και η μαστίχα Χίου), αυστηρή εφαρμογή των κανόνων και συνεχή παρακολούθηση των επιπτώσεων στην ευρωπαϊκή παραγωγή. Εξάλλου η ΕΕ, όπως έχει ήδη δεσμευθεί, θα επιδιώξει δικαιότερους ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τη γεωργία σε παγκόσμιο επίπεδο, με διμερείς διασφαλίσεις, ευθυγράμμιση των προτύπων παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των φυτοφαρμάκων, αλλά και χρηματοδοτική στήριξη των γεωργών σε περίπτωση που η συμφωνία έχει επιζήμιες επιπτώσεις στις αγροτικές αγορές της Ένωσης.
Διαβάστε σχετικά: ΥΠΑΑΤ: Η συμφωνία EE-Mercosur προστατεύει τα ελληνικά προϊόντα και τους παραγωγούς - Δίνει ευκαιρίες για νέες εξαγωγές
Βάσει των στοιχείων της Eurostat για το 2023, στα αγροτικά προϊόντα οι εισαγωγές της ΕΕ ανήλθαν σε 23,9 δισ. ευρώ, όταν οι εξαγωγές προς τις χώρες της Mercosur ήταν μόλις 3,3 δισ. ευρώ, μία αναλογία δηλαδή 1/8 σε όλη την Ευρώπη. Το 2024, όπως εξηγεί στη Voria ο Αθανάσιος Σαρόπουλος, πρόεδρος της διοικούσας επιτροπής του παραρτήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, που επεξεργάστηκε τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, η ΕΕ εισήγαγε από τις χώρες της Mercosur 57 δισ. ευρώ προϊόντα, εκ των οποίων το 43% ήταν αγροτικά προϊόντα/τρόφιμα/ποτά και το 31% ορυκτά. Αντίστοιχα, εξήγαγε προς τις χώρες αυτές 54 δισ. ευρώ προϊόντα, εκ των οποίων το 28% μηχανήματα και το 25% χημικά και φάρμακα, με τα αυτοκίνητα να συμπληρώνουν την πρώτη τριάδα. «Σε εθνικό επίπεδο, το 2024 η Ελλάδα εξήγαγε σε αξία το 1/13 των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων που δέχθηκε από τις χώρες της Mercosur» σημειώνει ο κ. Σαρόπουλος. Κατά συνέπεια, όπως εξηγούσαν ευρωπαϊκές πηγές στη Voria πριν την έγκριση για υπογραφή της συμφωνίας, κερδισμένα βγαίνουν σίγουρα τα κράτη-μέλη της ΕΕ με βαριά βιομηχανία, όπως η Γερμανία, η οποία πίεζε εξαρχής για την υπογραφή της, αλλά και η Πορτογαλία και η Ισπανία, λόγω της αποικιοκρατικής σχέσης με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Σημειώνεται μάλιστα πως η Μαδρίτη έχει ήδη εγκαταστήσει ισπανικές εταιρείες και παράγει στις εν λόγω χώρες, με στόχο να ενισχυθεί η εθνική της οικονομία. Αντίθετα, χώρες όπως η Γαλλία, που αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό γεωργικών προϊόντων της ΕΕ, προειδοποιεί ότι η συμφωνία θα αυξήσει τις εισαγωγές φθηνών τροφίμων, υποτιμώντας τις τιμές των εγχώριων αγροτών.
ΥπΑΑΤ: Αγορά 300 εκατ. καταναλωτών, προστασία για 21 ελληνικές γεωγραφικές ενδείξεις
Όπως επισημαίνει το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, η συμφωνία δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης σε μια νέα αγορά σχεδόν 300 εκατομμυρίων καταναλωτών, πολλοί εκ των οποίων ενδέχεται να έρθουν για πρώτη φορά σε επαφή με τα ποιοτικά ελληνικά αγροδιατροφικά προϊόντα. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι ελληνικές εξαγωγές προς τις χώρες της Mercosur ανέρχονται σήμερα σε περίπου 34 εκατ. ευρώ.
Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, η συμφωνία περιλαμβάνει προστασία για 21 ελληνικές γεωγραφικές ενδείξεις, με ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις. Για τη φέτα προβλέπεται μεταβατική περίοδος επτά ετών για υφιστάμενους χρήστες της ονομασίας, βάσει της ρήτρας «grandfathering».
Οι υπόλοιπες ονομασίες που θα προστατευθούν είναι το Ούζο, το Τσίπουρο, οι οίνοι Ρετσίνα Αττικής, Αμύνταιο, Νεμέα, Νάουσα, Μαντινεία, Σαντορίνη και Σάμος, τα ελαιόλαδα Καλαμάτα, Σητεία, Λυγουριό Ασκληπείου και Κολυμβάρι Χανίων, καθώς και η Μαστίχα Χίου, ο Κρόκος Κοζάνης, η ελιά Καλαμάτας, η Κονσερβοελιά Αμφίσσης, η Κεφαλογραβιέρα, το Μανούρι και η Κορινθιακή Σταφίδα Βοστίτσα.
Τι αλλάζει με τους δασμούς στα αγροτικά προϊόντα - Πώς επηρεάζεται η Ελλάδα
Βάσει της συμφωνίας με τη Mercosur, τα αγροτικά προϊόντα χωρίζονται δασμολογικά σε δύο γενικές κατηγορίες. Στην πρώτη, όπως εξηγεί ο κ. Σαρόπουλος, τα προϊόντα θα εισάγονται εξαρχής με μηδενικούς δασμούς σε ποσότητες που θα αυξάνονται αναλογικά τα πέντε πρώτα έτη. Όταν ξεπεραστεί η συμφωνημένη ποσότητα των προϊόντων, τότε θα επιβάλλονται δασμοί που είτε προϋπήρχαν, είτε συμφωνήθηκαν μεταξύ των δύο αγορών. Με την παρέλευση των πέντε ετών, η ανώτατη ποσότητα θα εισέρχεται χωρίς δασμούς και οι επιπλέον ποσότητες θα δασμολογούνται. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει το κρέας των πουλερικών, το μέλι, το ρύζι, τον αραβόσιτο, τη ζάχαρη και την αιθανόλη, καθώς και το βόειο κρέας, το οποίο όμως κατ’ εξαίρεση θα υπόκειται σε δασμούς 7,5% από το πρώτο έτος (από 40% που είναι σήμερα). Στη δεύτερη κατηγορία, οι δασμοί θα κινηθούν μειούμενοι κλιμακωτά σε υποκατηγορίες των τεσσάρων, επτά και δέκα ετών, μετά το πέρας των οποίων θα μειωθούν ή θα καταργηθούν εντελώς. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται προϊόντα όπως τα λεμόνια, τα κρασιά, τα σταφύλια, τα πεπόνια, τα καρπούζια και το αβοκάντο.

Η Κομισιόν διατείνεται ότι τα αγροδιατροφικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν μόνο το 5% των συνολικών εξαγωγών της ΕΕ προς τη Mercosur, λόγω των απαγορευτικών δασμών και άλλων περιορισμών που ισχύουν επί του παρόντος στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Με την υπογραφή της συμφωνίας και τη συνακόλουθη κατάργηση των δασμών, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι Έλληνες αγρότες θα βοηθηθούν ώστε να αυξήσουν τις εξαγωγές τους στις εν λόγω χώρες.
Ο κ. Σαρόπουλος όμως έχει αντίθετη άποψη. «Εμείς έχουμε ακριβά προϊόντα, γιατί είναι πολύ ποιοτικά αλλά με μεγάλο κόστος παραγωγής. Πώς θα εξάγουμε σε χώρες που έχουν πολύ χαμηλό βιοτικό επίπεδο; Πώς θα αγοράζουν χρεοκοπημένες οικονομίες ποιοτικά και αναγνωρισμένα προϊόντα που κοστίζουν ακριβότερα; Δεν έχουμε προοπτικές ανταγωνισμού» προειδοποιεί, τονίζοντας επιπρόσθετα πως η Ελλάδα, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχει δημιουργήσει τα απαραίτητα εμπορικά κανάλια και δίκτυα στην αγορά του Νότου. «Αν αναλογιστούμε τα νούμερα, είναι σαν να μπαίνει μία χώρα στην ΕΕ σε παραγωγικό επίπεδο Ελλάδος με μηδέν δασμούς, χωρίς καμία υποχρέωση ούτε στα πρότυπα παραγωγής ούτε στα φυτοφάρμακα». Προσθέτει μάλιστα πως η μαζική εισαγωγή φθηνών προϊόντων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό και θα αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες των πολιτών, υπογραμμίζοντας παράλληλα τον κίνδυνο να εκτοπιστούν μακροπρόθεσμα τα ελληνικά προϊόντα ακόμη και από τα ράφια των ευρωπαϊκών σούπερ μάρκετ. Ο πρόεδρος του παραρτήματος Κεντρικής Μακεδονίας του ΓΕΩΤΕΕ στέκεται και στο έλλειμμα εμπορικού ισοζυγίου στα αγροτικά προϊόντα που παρουσιάζει ξανά τα δύο τελευταία χρόνια η Ελλάδα, εκτιμώντας ότι οι επικείμενες εισαγωγές από τις χώρες της Mercosur θα επιτείνουν το πρόβλημα. Εξηγεί μάλιστα πως τα αγροτικά προϊόντα θα συμπαρασύρουν και τη βιομηχανία της χώρας, η οποία σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στον πρωτογενή τομέα: «Οι Βρυξέλλες λένε ότι το ενεργό εργατικό δυναμικό στην Ευρώπη αφορά στο 3,8% αγρότες και 24% στη βιομηχανία, άρα προτεραιότητά της είναι να στηρίξει τους εργαζόμενους της στη βιομηχανία. Εμείς στην Ελλάδα, με τα τελευταία στοιχεία του 2021 της ΕΛΣΤΑΤ στην απασχόληση, έχουμε 9% επαγγελματίες αγρότες και η βιομηχανία μας, το κομμάτι της μεταποίησης, είναι επίσης 9%, δηλαδή είναι ισοδύναμη. Από το 9% όμως της μεταποίησης, το 40% αφορά σε τεχνολογία των τροφίμων. Η ελληνική βιομηχανία δηλαδή στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στα τρόφιμα. Άρα για την Ελλάδα είναι ακριβώς ανάποδο το συμφέρον. Δεν μπορείς να αφήνεις τον αθέμιτο ανταγωνισμό να σου σβήνει τις επιχειρήσεις. Πρέπει να προστατεύσουμε την πρωτογενή παραγωγή και ο μόνος τρόπος είναι οι δασμοί».
Τα προϊόντα που κινδυνεύουν - Η περίπτωση του ρυζιού στη Θεσσαλονίκη
Σύμφωνα με τον κ. Σαρόπουλο, τα προϊόντα που επηρεάζονται άμεσα στην Ελλάδα και που θα εισάγονται μάλιστα από το πρώτο έτος εφαρμογής της συμφωνίας αδασμολόγητα είναι το μέλι, το καλαμπόκι, το κρέας των πουλερικών και το ρύζι. «Η χώρα μας παράγει ετησίως 25.000 τόνους μέλι και προβλέπεται να έρθουν στην Ένωση 45.000 τόνοι αδασμολόγητοι από τη Mercosur. Όλη η παραγωγή της ΕΕ είναι 280.000 τόνοι, συνεπώς παράγουμε το 10% σχεδόν του μελιού της Ευρώπης. Αυτό σημαίνει ότι θα ασκηθεί τρομερή πίεση στις τιμές του μελιού» εξηγεί. Στο καλαμπόκι, συνεχίζει, η Ελλάδα παράγει 1,3 εκατ. τόνους, με τη συμφωνία να προβλέπει εισαγωγές στην Ένωση 1 εκατ. τόνου αδασμολόγητου αραβόσιτου, ενώ στα πουλερικά, που η Ελλάδα είναι αυτάρκης κατά 95% παράγοντας 250.000 τόνους ετησίως, θα εισαχθούν 180.000 αδασμολόγητοι τόνοι στην ΕΕ.

Ειδική αναφορά κάνει στο ρύζι, η εγχώρια παραγωγή του οποίου πραγματοποιείται σε ποσοστό 70% στη Θεσσαλονίκη. «Το χτύπημα στον νομό θα είναι μεγάλο. Ήδη οι τιμές των παραγωγών έχουν πέσει από την πίεση που ασκείται από συμφωνίες με χώρες όπως η Καμπότζη, παράλληλα με το υψηλό κόστος παραγωγής. Με τη Mercosur θα εισάγονται στην Ευρώπη 60.000 τόνοι αδασμολόγητοι στην 5ετία, όταν εμείς παράγουμε 160.000 τόνους αποφλοιωμένο ρύζι και η κατανάλωση στην Ελλάδα φτάνει επίσης τους 60.000 τόνους». Ο ίδιος σημειώνει τις διαφορετικές ποικιλίες ρυζιού, μερικές από τις οποίες δεν παράγονται στη χώρα και επισημαίνει την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης της συμφωνίας στον τομέα της ορυζοπαραγωγής.
Οι κίνδυνοι για ελληνοποιήσεις και υγεία
Από την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων με τις χώρες της Mercosur, η Κομισιόν έχει θέσει σε πρώτο πλάνο αφενός την προστασία των ΠΟΠ προϊόντων που παράγονται στα κράτη μέλη της ΕΕ και αφετέρου την υγεία των καταναλωτών, δεδομένων των πολύ αυστηρών πρωτοκόλλων που εφαρμόζει στην εγχώρια παραγωγή. «Οι διατάξεις για τα ΠΟΠ προϊόντα κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, έχουν όμως γκρίζα σημεία. Τα ΠΟΠ έχουν μία συγκεκριμένη τιμή, θα πρέπει να γίνει αριστοτεχνική δουλειά και να πιάσουμε τα ευπορότερα τμήματα των χωρών αυτών, γιατί λίγοι είναι αυτοί που θα μπορούν να αγοράσουν με το δικό μας κόστος παραγωγής ελληνικά προϊόντα» τονίζει ο κ. Σαρόπουλος, σημειώνοντας πως η προστασία των ΠΟΠ προϊόντων βάσει της συμφωνίας θα γίνει σταδιακά μετά τα πρώτα 7 έτη εφαρμογής της. «Στη Βραζιλία ήδη υπάρχει μία ψευδεπίγραφη αγελαδινή φέτα που μας ανταγωνίζεται» σχολιάζει.

Τέλος, εκφράζει την αμφιβολία του για τους ελέγχους στα παραγόμενα στις χώρες της Mercosur προϊόντα και τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται. «Υπάρχει μία ρήτρα στη συμφωνία σε δέκα χρόνια να αλλάξουν τα πρότυπα παραγωγής στις χώρες αυτές. Δεν είναι σαφές πώς θα γίνει αυτό. Αυτοί δεν εξάγουν μόνο στην ΕΕ. Θα έχουν δηλαδή άλλο τρόπο παραγωγής για την ΕΕ και άλλο για την Κίνα;» διερωτάται και επισημαίνει πως οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται στα προϊόντα θα είναι δειγματοληπτικοί. «Το 52% των φαρμάκων που χρησιμοποιούν στη Βραζιλία δεν εγκρίνονται από την ΕΕ. Αν δεν υπάρχει ιχνηλασιμότητα στη Λατινική Αμερική δεν υπάρχει καμιά αποτελεσματικότητα» αναφέρει χαρακτηριστικά και καταλήγει: «Ο καταναλωτής θα μείνει απροστάτευτος σε κινδύνους υγείας και ασφάλειας τροφίμων».