Skip to main content

Μέση Ανατολή: Εκεί που ο Τραμπ κατάφερε όσα δεν μπόρεσαν Ομπάμα και Μπάιντεν

Η ιστορική συμφωνία Ισραήλ-Χαμάς και η επαναχάραξη του χάρτη της Μέσης Ανατολής υπό τον «Peacemaker» πλανητάρχη που μιλάει για το τέλος του «Πολέμου των 3.000 Ετών»

Σε έναν κόσμο όπου οι ήρωες δεν φορούν πάντα κάπες, αλλά συχνά κοστούμια και γραβάτες, η ιστορία ενός «Peacemaker» ξετυλίγεται σαν μια σύγχρονη παραβολή. Στη δημοφιλή σειρά του HBO, ο Τζον Σίνα ενσαρκώνει έναν αντιήρωα που πολεμά για την ειρήνη με ανορθόδοξους τρόπους συχνά βίαιους, αλλά πάντα με στόχο το καλό. Φέτος, το 2025, ο Σίνα ανακοίνωσε ότι διανύει την τελευταία του χρονιά στον κόσμο του θεάματος, κλείνοντας ένα κεφάλαιο γεμάτο δράση, θριάμβους και επευφημίες καθώς είναι από τα πιο αγαπητά πρόσωπα στην Αμερική. Παραδόξως αυτή η «τελευταία χρονιά» θυμίζει έντονα την τρέχουσα και τελευταία θητεία ενός άλλου «Peacemaker» του Ντόναλντ Τραμπ που επιδιώκει τη δημοφιλία όχι μόνο εντός των συνόρων αλλά και σε ολόκληρο τον πλανήτη. Σύμφωνα με το Αμερικανικό Σύνταγμα, δεν μπορεί να επιδιώξει άλλη θητεία ως πρόεδρος των ΗΠΑ και ήδη τα έχει καταφέρει εκεί όπου άλλοι και ιδίως οι Δημοκρατικοί προκάτοχοί του (Μπάρακ Ομπάμα και Τζο Μπάιντεν) απέτυχαν: στη Μέση Ανατολή.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στη Μέση Ανατολή, σε αντίθεση με τους Δημοκρατικούς προκατόχους του. Ο ίδιος δεν σταματάει να επικαλείται την περίπτωση του Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος έλαβε το Νόμπελ Ειρήνης το 2009 «για απολύτως τίποτα», ενώ ο ίδιος, όπως ισχυρίζεται, «σταμάτησε οκτώ πολέμους πλέον» και έχει στραμμένο το βλέμμα του και στη σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας. Αυτή η ρητορική περνά στην καρδιά της στρατηγικής του για τη Μέση Ανατολή, την αντικατάσταση δηλαδή της πολυμερούς και ιδεολογικά καθοδηγούμενης προσέγγισης (Multilateralism) με τη σκληρή, συναλλακτική διπλωματία (Transactional Diplomacy). Η πρόσφατη καταρχήν ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς με την πολύ σημαντική διαμεσολάβησή του, που επιλύει την ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση σε μια κλίμακα άνευ προηγουμένου, αναδεικνύεται ως η απόλυτη δικαίωση αυτής της ριζοσπαστικής μεθόδου που χρησιμοποιεί.

 

 

Οι αδυναμίες Ομπάμα και Μπάιντεν

Η αποτυχία των δύο προηγούμενων Δημοκρατικών κυβερνήσεων να επιτύχουν μακροχρόνια σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με τους Ρεπουμπλικάνους επικριτές τους, οφείλεται στην προσκόλλησή τους σε ένα δόγμα που είτε απέφευγε τη βαθιά αμερικανική δέσμευση (Leading from Behind), είτε επιχειρούσε να επιβάλει ιδεολογικές προϋποθέσεις, αγνοώντας τη σκληρή αλήθεια (Realpolitik) της περιοχής.

Η κυβέρνηση Ομπάμα, ενώ απέσυρε δυνάμεις από το Ιράκ και απέφυγε στρατιωτικές εμπλοκές στη Συρία (γεγονός που βοήθησε βέβαια στην ακραία εξάπλωση του Ισλαμικού Κράτους), άφησε ένα κενό εξουσίας που συχνά οδήγησε σε αποσταθεροποίηση, όπως φάνηκε με το χάος που κληρονόμησε η Λιβύη με την πτώση του Καντάφι -η χώρα της Β. Αφρικής παραμένει στη δίνη της αστάθειας. Η συμφωνία για το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (ΚΟΣΔ) σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η κεντρική διπλωματική πρωτοβουλία της εποχής επικρίθηκε σφόδρα από τους ρεπουμπλικανικούς κύκλους. Η συμφωνία θεωρήθηκε απολύτως αποτυχημένη επειδή νομιμοποίησε και επιβράβευσε το καθεστώς με αθρόες χρηματοδοτήσεις, χωρίς να περιορίσει αποτελεσματικά την περιφερειακή του επιρροή ή το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων. Η απόφαση να μην τεθεί η συμφωνία σε πλήρη κύρωση από το Κογκρέσο θεωρήθηκε ως ένας παράγοντας που συνέβαλε στην τελική της ανατροπή από τη διακυβέρνηση Τραμπ.

Ακολούθως, η κυβέρνηση Μπάιντεν δεσμεύτηκε να επαναφέρει τις παραδοσιακές συμμαχίες, αλλά η προσπάθεια για επιστροφή στο JCPOA (ΚΟΣΔ) απέτυχε. Επιπλέον, η πολιτική Μπάιντεν χαρακτηρίστηκε από μια «χαλαρή εφαρμογή κυρώσεων» στο Ιράν και μια αδύναμη αντιμετώπιση των... παραρτημάτων του (βλ. Χεζμπολάχ, Χούθι), ενθαρρύνοντας περαιτέρω προκλήσεις. Η αρχική προσπάθεια του Μπάιντεν να αντιμετωπίσει τη Σαουδική Αραβία ως παρία λόγω θεμάτων σχετικών με τα ανθρώπινα δικαιώματα δημιούργησε ένταση και στέρησε από τις ΗΠΑ κρίσιμο μοχλό πίεσης. Παρότι αργότερα αναγκάστηκε να υιοθετήσει τη Realpolitik, αναγνωρίζοντας τη Σαουδική Αραβία ως «απαραίτητο εταίρο» για την ενέργεια και την ασφάλεια, αυτή η ασυνέπεια εμπόδισε την επίτευξη μεγάλων στόχων.   

Η στρατηγική αποδέσμευσης των Δημοκρατικών έφερε επίσης δραματικά αποτελέσματα και στο Αφγανιστάν. Η χαοτική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων, η οποία υλοποιήθηκε επί προέδρου Μπάιντεν το καλοκαίρι του 2021, επικρίθηκε σφοδρά διότι έδωσε προτεραιότητα στις επικοινωνιακές ανάγκες της αποχώρησης αντί της ασφάλειας του προσωπικού και των τοπικών συμμάχων. Όπως αποδείχθηκε μετά, η διοίκηση προχώρησε παρά το γεγονός ότι οι Ταλιμπάν παραβίαζαν βασικές διατάξεις της συμφωνίας της Ντόχα, όπως η διακοπή των δεσμών με τρομοκρατικές ομάδες. Αυτή η βιαστική έξοδος επισκίασε τις προσπάθειες δύο δεκαετιών και επιβεβαίωσε την έλλειψη αποφασιστικής ηγεσίας στην εξωτερική πολιτική του Μπάιντεν.

Image
Δημοσιογράφοι από το Αφγανιστάν σε κίνδυνο

 

Δόγμα Τραμπ

Ο Ντόναλντ Τραμπ, με τη χρήση του δόγματος «America First», άλλαξε ριζικά το διπλωματικό λεξιλόγιο. Η προσέγγισή του, που επικεντρώθηκε σε διμερείς συμφωνίες και την άμεση χρήση της αμερικανικής ισχύος ως μοχλού πίεσης, δημιούργησε ένα νέο γεωπολιτικό πλαίσιο, τις συμφωνίες του Αβραάμ.

Οι συμφωνίες του Αβραάμ, που υπεγράφησαν το 2020 μεταξύ του Ισραήλ των ΗΠΑ και αργότερα τεσσάρων Αραβικών κρατών (ΗΑΕ, Μπαχρέιν, Σουδάν, Μαρόκο), αποτελούν ένα μείζον διπλωματικό επίτευγμα. Η στρατηγική «έξω προς τα μέσα» (Outside-In) παρέκαμψε την παραδοσιακή απαίτηση για επίλυση του Παλαιστινιακού ζητήματος ως προϋπόθεση για την ομαλοποίηση. Αντίθετα, οι συμφωνίες καθοδηγήθηκαν από την κοινή ανησυχία για το Ιράν και την υπόσχεση άμεσης οικονομικής και τεχνολογικής συνεργασίας.

Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα: η αξία των συναλλαγών στο εμπόριο έφτασε τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια το 2023. Τα ΗΑΕ, για παράδειγμα, εξασφάλισαν επενδύσεις, συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και πρόσβαση σε στρατιωτική τεχνολογία, όπως η αγορά μαχητικών F-35.

Η ανθεκτικότητα αυτού του νέου πλαισίου αποδείχθηκε κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης της Χαμάς με το Ισραήλ. Ενώ πολλοί προέβλεπαν την κατάρρευση των σχέσεων, εταίροι όπως τα ΗΑΕ διατήρησαν τις πτήσεις προς το Ισραήλ και παρείχαν κρίσιμη ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα. Αυτή η στάση έδειξε ότι οι οικονομικές και ασφαλείς συνεργασίες που δημιούργησε ο Τραμπ ήταν ισχυρότερες από τις ιστορικές πολιτικές διαφωνίες.

Image

 

Το τέλος του «Πολέμου των 3.000 Ετών»

Η πρόσφατη διπλωματική κορύφωση του πρώτου δεκαπενθήμερου του Οκτωβρίου επισφραγίζει την επιτυχία της στρατηγικής Τραμπ, επιλύοντας την αδιάκοπη σύγκρουση Ισραήλ-Χαμάς.

Μέσω της αμερικανικής διαμεσολάβησης, με τη συνδρομή της Τουρκίας, του Κατάρ και της Αιγύπτου, επιτεύχθηκε κατ' αρχήν συμφωνία ειρήνης μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση των 20 τελευταίων ζωντανών Ισραηλινών ομήρων και την απελευθέρωση σχεδόν 2.000 Παλαιστινίων κρατουμένων στις ισραηλινές φυλακές. Ο πρόεδρος Τραμπ φέρεται να χρησιμοποίησε τον προσωπικό του μοχλό πίεσης για να ωθήσει τον Νετανιάχου να δεχτεί ένα πλαίσιο για μια ευρύτερη συμφωνία, δηλώνοντας εμφατικά ότι το Ισραήλ είχε επιτύχει «όλα όσα μπορούσε με τη δύναμη των όπλων».

Τη Δευτέρα δε της 13ης Οκτωβρίου, ο Τραμπ εκφώνησε ομιλία στην Κνεσέτ, όπου ανακήρυξε την «ιστορική αυγή μιας νέας Μέσης Ανατολής» και έγινε ο πρώτος Αμερικανός πρόεδρος που μίλησε στο Ισραηλινό κοινοβούλιο μετά τον Τζορτζ Μπους το 2008. Το μήνυμά του ήταν ότι η στρατιωτική νίκη του Ισραήλ είχε ολοκληρωθεί και τώρα ήταν η στιγμή για τη μετάφρασή της σε ειρήνη και ευημερία για πάντα. Η ομιλία έγινε δεκτή με παρατεταμένο χειροκρότημα, ο Νετανιάχου μάλιστα τόνισε πως είναι «ο καλύτερος φίλος που είχε ποτέ το ισραηλινό κράτος».   

Αμέσως μετά, ακολούθησε η σύνοδος κορυφής στην Αίγυπτο, στο Σαρμ ελ Σέιχ, που φιλοξενήθηκε από τον Τραμπ και τον Αιγύπτιο πρόεδρο αλ-Σίσι, με τη συμμετοχή 25 χωρών και τριών διεθνών οργανισμών. Ο στόχος ήταν η έγκριση του ειρηνευτικού σχεδίου, η ανασυγκρότηση της Γάζας και η διασφάλιση της περιορισμένης παλαιστινιακής αυτοδιοίκησης. Ο πρόεδρος Σίσι επαίνεσε δημοσίως τον Αμερικανό ηγέτη, δηλώνοντας ότι ήταν «ο μόνος ικανός να φέρει αυτό και να δώσει τέλος σε αυτόν τον πόλεμο».   

Ο ίδιος ο Τραμπ υποστήριξε ότι η επίτευξη ειρήνης ήταν δυσκολότερη και από το κλείσιμο της ομοσπονδιακής αμερικανικής κυβέρνησης, διότι αυτή η σύγκρουση «συνεχίζεται εδώ και 3.000 χρόνια». Με τη ρητορική αυτή επιχείρησε να θέσει τα επιτεύγματά του σε μια κλίμακα ιστορικής, σχεδόν βιβλικής, σημασίας.

Image

 

Η ευκαιρία αλλά και το στοίχημα που ανοίγει

Η συμφωνία δεν αποδεικνύει ότι η ειρήνη θα κρατήσει για πάντα. Οι προκλήσεις είναι πολλές. Η πλήρης αποστρατιωτικοποίηση της Χαμάς, η ανοικοδόμηση της Γάζας, το καθεστώς επιτήρησης, η μελλοντική διοίκηση και ο ρόλος της Παλαιστινιακής Αρχής, οι σχέσεις Ισραήλ-Δυτικής Όχθης και τα θέματα των παράνομων ισραηλινών εποικισμών που ολοένα και μεγαλώνουν. Ορισμένοι ήδη σχολιάζουν ότι οι δηλώσεις περί «3.000 χρόνων πολέμου» και «διευρυμένης ειρήνης» αποτελούν ρητορική υπερβολή και πως η διαπραγμάτευση μπλοκάρει στα βασικά ζητήματα και η εφαρμογή είναι πιο σύνθετη απ’ ό,τι φαίνεται. Από την άλλη βέβαια, ακόμα, και οι Μπιλ Κλίντον και Τζο Μπάιντεν συνεχάρησαν τον Τραμπ για τις ενέργειές του.

Ανεξαρτήτως των θεωριών, τη δεδομένη στιγμή υπάρχει μία πραγματικότητα: Ένας πρόεδρος των ΗΠΑ κατάφερε να μετατρέψει τη ρητορική σε συμφωνία και να κερδίσει διεθνείς επαίνους, όταν οι προκάτοχοί του περιορίστηκαν σε ατέρμονη διπλωματία και υποσχέσεις. Αν ο Τραμπ αποτύχει να υλοποιήσει κάτι ουσιαστικό, θα τον εγκαταλείψουν οι αριθμοί. Αν πετύχει, θα θεωρηθεί τουλάχιστον για αυτή τη στιγμή ο πρόεδρος που έφερε ό,τι δεν κατάφεραν οι άλλοι.