Skip to main content

Οι μετα-γιάπις στην Αθήνα διαλύουν τον παραγωγικό ιστό της Β. Ελλάδας

Αποπνέουν το άρωμα του κατακτητή, πολύ πιο έντονα από τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, οι οποίοι για πολλούς Έλληνες είναι η σύγχρονη εκδοχή του επιδρομέα.

Του Ειδικού Συνεργάτη

Η Θεσσαλονίκη παραμένει μια μικρή ευρωπαϊκή πόλη και για την Ελλάδα ο απόλυτος δευτεραγωνιστής των οικονομικών εξελίξεων. Αυτό είναι από πολλές απόψεις κακό, αλλά –όπως έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι- «ουδέν κακό αμιγές καλού». Στη δεδομένη συγκυρία, με την ελληνική οικονομία να βρίσκεται εμφανώς σε μεταβατικό στάδιο, χωρίς για τους περισσότερους το μέλλον να είναι ξεκάθαρο, οι Θεσσαλονικείς τουλάχιστον δε βλέπουν ορισμένες εικόνες, που για το κέντρο της Αθήνας αποτελούν καθημερινότητα. Τις στρατιές των μετα-γιάπηδων, που κυκλοφορούν κατά ομάδες των δύο, των τριών ή των τεσσάρων ατόμων στο κέντρο της πόλης. Που μπαίνουν στα κεντρικά γραφεία τραπεζών, βγαίνουν από πολυτελή ξενοδοχεία του Συντάγματος, γευματίζουν σε ακριβά εστιατόρια, συσκέπτονται σε αίθουσες με μεγάλα τραπέζια και περιορισμένο φωτισμό. Πρόκειται για νέους ανθρώπους –κάπου ανάμεσα στα 30 και στα 40-, οι οποίοι είναι ντυμένοι μοδάτα, κουβαλούν στον ώμο σακίδιο για το λάπτοπ και συνήθως περπατούν βιαστικά, φορώντας ύφος πολυάσχολου. Είναι στελέχη αγγλοσαξονικών στην πλειοψηφία τους funds, τα οποία στο πέρασμα τους αποπνέουν το άρωμα του κατακτητή, πολύ πιο έντονα από την Άνγκελα Μέρκελ και τον Βόλφανγκ Σόιμπλε, οι οποίοι για πολλούς Έλληνες είναι η σύγχρονη εκδοχή του επιδρομέα. Την ίδια στιγμή όλη αυτή η επιθετικότητα και η σιγουριά που εκπέμπουν βρίσκεται σε σαφή αναντιστοιχία με το φωτεινό  ουρανό και την ασάφεια των σχημάτων στο αττικό μεσημέρι.  

Οι εικόνες αυτές -και η ατμόσφαιρα που τις συνοδεύει- συμβολίζουν εν πολλοίς τις υπόγειες διεργασίες που βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη στην πραγματική οικονομία της χώρας, με επίκεντρο τις τράπεζες. Τις διοικήσεις τους και τη διαχείριση των «κόκκινων δανείων». Διότι τα φαινόμενα α-συνέχειας που παρατηρούνται είναι πολλά και παραπέμπουν σε μια Άγρια Δύση, όπου ούτε το βάρος της ιστορίας υπάρχει, ούτε κανόνες ισχύουν. Μόνο ο νόμος του πιο γρήγορου πιστολιού και ο ρατσισμός της ηλικίας, των σπουδών, της γλώσσας, της καταγωγής. Εκείνο που κυριαρχεί είναι η ισοπεδωτική αντίληψη ότι τα πάντα στην αγορά και τις επιχειρήσεις συμβαίνουν με βάση τις προβλέψεις και τα σενάρια που υπάρχουν στα εγχειρίδια του London School of Economics  και των άλλων γνωστών διεθνών πανεπιστημίων. Όταν η πραγματικότητα σε κάποια γωνιά του πλανήτη δε συμφωνεί με αυτά, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα.

Είναι απολύτως βέβαιο ότι το επόμενο διάστημα θα δούμε πολλά. Κυρίως οι επιχειρήσεις. Και οι άνθρωποι της πραγματικής οικονομίας, οι οποίοι θα πρέπει να αλλάξουν… γήπεδο και πιθανότατα τρόπο προσέγγισης της δουλειάς τους, με αμφίβολα για τους ίδιους αποτελέσματα.

Η αρχή γίνεται με τις τράπεζες, που ανακεφαλαιοποιήθηκαν για δεύτερη φορά το 2015, «πληρώνοντας» με βαρύ τίμημα την ανεπάρκεια της σημερινής κυβέρνησης να φτάσει γρήγορα σε συμφωνία με την τρόικα, που επί των ημερών της έγινε κουαρτέτο. Ήδη εκείνο που επιχειρείται είναι να τοποθετηθούν διοικήσεις που στην πραγματικότητα θα εκπροσωπούν τη μειοψηφία των μετόχων. Η εξουσία δηλαδή να παραχωρηθεί σε αυτούς που ελέγχουν το 10% των μετοχών, οι οποίοι μάλιστα κατά δήλωσιν τους δεν είναι θεσμικοί επενδυτές. Είναι κερδοσκοπικά κεφάλαια, που έχουν ως βασική μέριμνα κάποια στιγμή να αποεπενδύσουν καταγράφοντας κέρδη ή έστω ρεφάροντας τις ζημίες που υπέστησαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, κυρίως λόγω των παρατεταμένων δημοσιονομικών προβλημάτων. Είναι τα ίδια σχήματα που ταυτόχρονα και παράλληλα με τη συμμετοχή στη διοίκηση των τραπεζών ζητούν την εξωτραπεζική διαχείριση των κόκκινων δανείων, έχοντας τη βεβαιότητα ότι με αυτό τον τρόπο θα ελέγξουν πλήρως το σύστημα, από μέσα κι από έξω.

Οι Έλληνες κατά βάσιν αποκλείονται από τις θέσεις ευθύνης στον τραπεζικό τομέα ή εξωθούνται σε απομάκρυνση –όπως συνέβη με τον κ. Μιχάλη Σάλλα και όπως αναμένεται για την κ. Λούκα Κατσέλη. Επίσης οι ελληνικές τράπεζες κινδυνεύουν να καταλήξουν να είναι σχεδόν οι μόνες στον κόσμο χωρίς ενεργούς επιχειρηματίες στα διοικητικά τους συμβούλια. Δηλαδή χωρίς τους ανθρώπους οι οποίοι θα μεταφέρουν με αυθεντικό τρόπο την κατάσταση της αγοράς στο όργανο που είναι υπεύθυνο για την χάραξη της πολιτικής του ιδρύματος και αποφασίζει για τη χρηματοδότηση των ελληνικής οικονομίας. Την ίδια ώρα ξένοι και άσχετοι με την ελληνική πραγματικότητα εκπρόσωποι των funds - μετόχων των τραπεζών θα βρίσκονται σε καίρια για την επιχειρηματικότητα πόστα, εξετάζοντας συχνά αιτήματα επιχειρήσεων, που στα μάτια τους θα φαίνονται είτε μικρές, είτε ξεπερασμένες, είτε χωρίς ικανό μάνατζμεντ. Επομένως μη επιλέξιμες για χρηματοδότηση, μη βιώσιμες και χωρίς μέλλον.  Διότι όσοι κινούνται στην εγχώρια αγορά γνωρίζουν πολύ καλά ότι το επενδυτικό πρόβλημα της χώρας –η Ελλάδα χρειάζεται επενδύσεις 100 δισ. ευρώ τα επόμενα πέντε χρόνια για να ανακάμψει πραγματικά- δεν αντιμετωπίζεται  εάν δεν κινητοποιηθεί η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Η τακτική αυτή έχει έντονα ρατσιστικά χαρακτηριστικά. Στόχος είναι  ο πλήρης έλεγχος της οικονομίας και βολική δικαιολογία η γενική και αόριστη επίκληση της διαπλοκής. Στο τέλος της ημέρας η θεαματική συρρίκνωση της πραγματικής οικονομίας στην Ελλάδα, άρα και η υποβάθμιση της ζωής των Ελλήνων, είναι σχεδόν βέβαιη. Η κυβέρνηση άρχισε μόλις πρόσφατα να ανησυχεί για τη διαφαινόμενη επιθετική διαχείριση των «κόκκινων δανείων» από τα hedge funds, στα οποία οι ελληνικές τράπεζες θα αναγκαστούν να καταφύγουν, προκειμένου να μειώσουν το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους σε σημαντικό ποσοστό τα επόμενα δύο - τρία χρόνια, όπως προβλέπει το 3ο Μνημόνιο.

Ο κ. Τσίπρας και ο κ. Τσακαλώτος αντιλαμβάνονται τώρα, που ίσως και να είναι πολύ αργά για να παρέμβουν, ότι ο κίνδυνος είναι συστημικός. Δεν αφορά κάποια πρόσωπα, ούτε καν κάποιους επώνυμους ή μικρότερους επιχειρηματίες. Τα εκτεταμένα λουκέτα σε επιχειρήσεις οι οποίες με βάση τα αυθαίρετα κριτήρια των διαφόρων funds δεν θα είναι βιώσιμες, –πολύ περισσότερο δεν θα έχουν δυνατότητα τραπεζικής χρηματοδότησης- θα εκτινάξουν την ανεργία και θα αποδιαρθρώσουν πλήρως την παραγωγική βάση, μετατρέποντας την Ελλάδα σε χώρα χωρίς ουσιαστικές εξαγωγές και τους Έλληνες σε καταναλωτές εισαγόμενων προϊόντων. Έτσι κι αλλιώς η Ελλάδα είναι μία έντονα εισαγωγική χώρα, αλλά ακόμη υπάρχουν κλάδοι που μέσα από την μικρομεσαία μεταποίηση αντέχουν, ενώ στα χρόνια της κρίσης το ισοζύγιο εξαγωγών – εισαγωγών βελτιώθηκε, με τις εξαγωγές να αυξάνονται ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η εικόνα των εμπορικών αντιπροσώπων, οι οποίοι θα καλύπτουν σχεδόν τα πάντα στην εγχώρια ζήτηση και των αποθηκευτικών χώρων στους οποίους θα φθάνει η παραγωγή των πολυεθνικών εταιριών της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης δεν είναι πολύ μακριά. Η Βόρεια Ελλάδα –δυστυχώς- θα βρεθεί στο επίκεντρο αυτού του κυκλώνα, αφού στη Μακεδονία, τη Θράκη, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία αναπτύσσεται ο βασικός κορμός της ελληνικής μεταποίησης και παραγωγής. Οι ίδιοι οι επιχειρηματίες πιεσμένοι από την σκληρή πραγματικότητα είναι πιθανόν να μην έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο από τις αλλαγές που κυοφορούνται εντέχνως, υπογείως και ως… κέντημα.

Σε λίγα χρόνια είναι εξόχως πιθανό ένα τραπεζικό σύστημα με καταθέσεις 120 δισ. ευρώ να υποστηρίζει μια οικονομία με δάνεια λιγότερα από 80 δισ. ευρώ και όλοι στα γραφεία που λαμβάνονται οι αποφάσεις θα είναι ευχαριστημένοι, αφού το πρόβλημα Ελλάδα δεν θα τους απασχολεί. Όσο για τα funds θα έχουν ξεδιψάσει (;) και θα έχουν αναχωρήσει γι’ άλλες πολιτείες. Αφήνοντας πίσω τους ένα σύστημα, που άλλοι θα αναδιοργανώσουν κάποτε, και μια οικονομία, την οποία ξένα κεφάλαια θα κληθούν να αναπτύξουν –επίσης κάποτε- κατά το δοκούν.