* Της Εύης Πέξα
Η επικείμενη τροποποίηση του κληρονομικού δικαίου αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για αναθεώρηση και εκσυγχρονισμό του υφιστάμενου πλαισίου. Ως νομικός, αναμένω με ενδιαφέρον το έργο της αρμόδιας επιτροπής, χωρίς να σπεύσω να προβλέψω ή να αξιολογήσω το οτιδήποτε, πριν διαμορφωθεί το τελικό κείμενο.
Ωστόσο, υπάρχει μια σταθερά που καμία τροποποίηση του Νόμου δεν μπορεί να αγνοήσει: ότι η πρακτική έκβαση μιας κληρονομικής υπόθεσης εξαρτάται τελικά από τη βούληση των εμπλεκόμενων προσώπων. Στη μακρόχρονη εμπειρία μου στον χώρο της δικηγορίας διαπιστώνω ότι η πλειοψηφία των κληρονομικών διαφορών δεν προκύπτει από περίπλοκα νομικά ζητήματα, αλλά από συσσωρευμένες ανθρώπινες εντάσεις: συναισθηματικά βάρη, άλυτες παρεξηγήσεις, ερμηνείες που διαμορφώθηκαν μέσα από προσωπικές πεποιθήσεις και εμπειρίες. Τα συναισθήματα είναι πολύ συχνά εκείνα που παγώνουν τις υποθέσεις. Η περιουσία μπορεί να είναι ένα διαμέρισμα, ένα χωράφι, μια επιχείρηση, αλλά λειτουργεί σαν να είναι η ίδια η επιβεβαίωση του ΑΝ αξίζω ή όχι, ΑΝ αδικήθηκα ή όχι, ΑΝ μ’ αγάπησαν ή όχι.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η περιουσία δεν είναι απλώς ένα ακίνητο ή μια χρηματική απαίτηση. Είναι το αποτέλεσμα μιας κοινής πορείας. Μιας προσπάθειας που ξεκίνησε από συζύγους, αδέλφια, γονείς ή συγγενείς. Μπορεί να είναι ένα σπίτι που στέγασε γενιές, ένα κτήμα που φρόντισαν από κοινού, ή μια οικογενειακή επιχείρηση που στήριξε ολόκληρη τη φαμίλια. Όταν φτάνει η στιγμή της αποτίμησης και της διανομής, δεν πρόκειται απλώς για την εφαρμογή του Νόμου. Πρόκειται για τον χειρισμό ενός φορτίου μνήμης και συναισθήματος.
Βεβαίως, τα συναισθήματα αυτά δεν ανήκουν στον νομικό χώρο και στον δικό μου επιστημονικό ρόλο. Εδώ ξεκινούν τα πεδία της ψυχολογίας και της συμβουλευτικής, γι’ αυτό και δεν εμπλέκομαι. Ωστόσο, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε τον ρόλο τους. Πολύ συχνά, αυτά είναι που διατηρούν τις περιουσίες αδρανείς, τις υποθέσεις σε εκκρεμότητα και τις ανθρώπινες σχέσεις σε σύγκρουση.
Υπάρχουν, μάλιστα, κι εκείνοι που, κατά τη διανομή μιας κληρονομιάς, αντί για δίκαιη λύση, επιλέγουν να λειτουργούν με προκλητικές αξιώσεις και κουτοπονηριές, προσβάλλοντας τον απέναντι και υποτιμώντας τη νοημοσύνη του. Και η συνέπεια είναι προφανής: οι διαφορές χρονίζουν, η αξιοποίηση καθίσταται αδύνατη, η περιουσία απαξιώνεται και το κόστος -τόσο οικονομικό όσο και ψυχικό- αυξάνεται. Συχνά διαπιστώνουμε πως όλοι οι εμπλεκόμενοι καταλήγουν ζημιωμένοι, όχι επειδή ο Νόμος δεν τους προστάτευσε, αλλά επειδή επέλεξαν την αδράνεια ή την αντιπαλότητα.
Σε αυτή τη συγκυρία μεταρρύθμισης, ίσως αυτό χρειάζεται να ειπωθεί καθαρά: η νομοθεσία είναι το «εργαλείο». Και η απόφαση για το πώς θα το χρησιμοποιήσεις, είναι προσωπική ευθύνη.
Η διαχείριση μιας κληρονομιάς είναι -πρωτίστως- «στάση». Στάση απέναντι στο παρελθόν, στον εαυτό μας, στους άλλους. Στάση που ορίζει αν θα επιλέξουμε τον εγκλωβισμό ή τη συνέχεια. Γιατί, στο τέλος, δεν είναι ο Νόμος που φταίει. Είναι η βούληση που δεν εκφράστηκε, η ευθύνη που μετατέθηκε, η απόφαση που αναβλήθηκε, ακόμη και αν, εν γνώσει μας, προκαλούμε ζημία στον ίδιο μας τον εαυτό.

* Η Εύη Πέξα είναι δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω, εξειδικευμένη στο Κληρονομικό Δίκαιο, στα Ακίνητα και στο Οικογενειακό Δίκαιο