Σε πλήρη σύγχυση τελούν ακόμα και τα κορυφαία στελέχη των θεσμών, αναφορικά με το μείγμα οικονομικής – δημοσιονομικής πολιτικής που πρέπει να εφαρμοστεί στη χώρα μας, τόσο πριν όσο και μετά τα μνημόνια.
Η διαχείριση του τραπεζικού προβλήματος της χώρας είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, αλλά φαίνεται ότι δεν είναι και το μοναδικό. Ζήτημα έχει δημιουργηθεί και ως προς την εφαρμοζόμενη φορολογική πολιτική. «Ξαφνικά» στις Βρυξέλλες ανακάλυψαν ότι οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά στην Ελλάδα υπερφορολογούνται. Και ως γνωστόν, η διαπίστωση αυτή αποτυπώθηκε ακόμα και σε επίσημη έκθεση της Κομισιόν. Σύμφωνα με όσα γίνονται τώρα γνωστά, για να «ξυπνήσουν» οι αναλυτές της ΕΕ έπρεπε να διαμαρτυρηθούν τα ξένα funds, που επισήμαναν ότι η υψηλή φορολογία στην Ελλάδα αποθαρρύνει τις επενδύσεις.
Όμως, στο πλαίσιο αυτού του ...αιφνιδιασμού διαπιστώνεται πλέον ότι το φορολογικό σύστημα επιβαρύνει σημαντικά και τους πολίτες με χαμηλά εισοδήματα και τις οικογένειες με παιδιά. Ο,τι δηλαδή όλες ανεξαιρέτως οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων δέκα ετών «φωνάζουν» διαμαρτυρόμενες. Ωστόσο, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αύξηση των φορολογικών συντελεστών σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις έγιναν σε συνεννόηση με τους θεσμούς. Ο,τι έγινε, έγινε αποκλειστικά με την έγκριση των δανειστών της χώρας, οι οποίοι, μάλιστα, στις περισσότερες των περιπτώσεων πίεζαν προς αυτή την κατεύθυνση. Και τώρα, διαπιστώνουν ότι τα αποτελέσματα αυτών των πολιτικών ήταν σχεδόν καταστροφικά.
Τι συνεπάγονται όλα τα παραπάνω; Εκτός από την δυσχερή οικονομική θέση στην οποία έχουν περιέλθει τα νοικοκυριά, η ανάπτυξη που είναι η μόνη πραγματική δίοδος εξόδου απ΄ την κρίση να αργεί απελπιστικά.
Οι άγνωστοι διάλογοι πίσω από τις κλειστές πόρτες της ΕΕ
Μια λέξη κυριαρχεί στις κλειστές συσκέψεις που γίνονται στην ΕΕ το τελευταίο δίμηνο με θέμα την Ελλάδα: «Μεταρρυθμίσεις». Και μια σύσταση επαναλαμβάνεται σχεδόν μονότονα στους εκπροσώπους της χώρας μας σε αυτές: «Προσέξτε να μην χαθεί η ατζέντα τους στην επικείμενη προεκλογική περίοδο», είτε λόγω ευρωεκλογών, είτε λόγω εθνικών εκλογών.
Οι κοινοτικοί, πλέον παραδέχονται ότι «αυτές οι μεταρρυθμίσεις ενδεχομένως να μην βρίσκουν όλους τους Έλληνες σύμφωνους, όμως πρέπει να επικρατήσει μια σταθερή οικονομία που θα εξασφαλίζει θέσεις απασχόλησης και θα προστατεύει όλους τους πολίτες». Πάντα πίσω από τις κλειστές πόρτες των Βρυξελλών επισημαίνεται ότι «σήμερα η Ελλάδα προχωράει σε έναν δρόμο δημοσιονομικής κανονικότητας, καθώς είναι μια χώρα στην Ευρωζώνη όπως όλες οι άλλες», όμως αυτό δεν συνεπάγεται ότι η προσπάθεια θα πρέπει να εγκαταλειφθεί.
Η ελληνική πλευρά διαβεβαιώνει ότι «όλα θα γίνουν όπως έχουν συμφωνηθεί» κι ότι «η Ελλάδα δεν έχει σκοπό να παρεκκλίνει ούτε κατ ελάχιστον από τα υπογεγραμμένα», ωστόσο, σε κάθε ευκαιρία δεν παύει να υπενθυμίζει πως η ελληνική οικονομία έχει γονατίσει από τα πολύ σκληρά μέτρα των τελευταίων ετών. Τι απαντούν οι κοινοτικοί; Ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ήταν για παράδειγμα αντίθετη, με συμπληρωματικές περικοπές των συντάξεων για το 2019, όμως αναγκάστηκε να συναινέσει στο μέτρο μετά από πίεση των άλλων εταίρων. Αυτό όμως δεν δείχνει να είναι αρκετό για την ελληνική πλευρά, η οποία καλείται να σηκώσει τώρα το μεγάλο μεταμνημονιακό βάρος.