Για τη μεταβίβαση κονδυλίων στους δήμους, που δοκιμάζονται από το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, εργάζεται η κυβέρνηση, ανέφερε μιλώντας στη συζήτηση του προϋπολογισμού ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής Γιάννης Μουζάλας.
«Μέσα στα μέτρα που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προβλέπει να πάρει και το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής προωθεί, είναι η χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση -αλλά και από τον προϋπολογισμό- να περάσει σε μεγάλο κομμάτι της στους δήμους και ειδικά σε αυτούς τους δήμους, αυτό το κομμάτι της τοπικής αυτοδιοίκησης, που πιο πολύ από τους άλλους δοκιμάζονται από το Προσφυγικό και το Μεταναστευτικό» ανέφερε ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής.
Σύμφωνα με το ΑΠΕ, ο κ. Μουζάλας τόνισε επίσης πως υπολογίζεται ότι εφόσον οι ροές δεν αυξηθούν και οι συμφωνίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμοστούν, μέχρι το τέλος του 2017 περισσότεροι από είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες θα έχουν μετεγκατασταθεί στην Ευρώπη.
Σημείωσε, ωστόσο: «Στο ίδιο διάστημα εμείς θα πρέπει να εξασφαλίσουμε γι αυτούς, και για εμάς, συνθήκες ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες τιμούν και τη δική μας αξιοπρέπεια, και συνθήκες ασφάλειας και για αυτούς και για εμάς μέσα σε μια περιοχή έκδηλα ταραγμένη και ανασφαλή». Στο κλίμα αυτό ανέφερε ότι θα ενισχυθούν με προσωπικό οι Υπηρεσίες Ασύλου, Υποδοχής και η Υπηρεσία Ένταξης. Ο υπουργός, αναφερόμενος στην απορρόφηση των χρηματοδοτήσεων, είπε ότι απορροφήθηκαν έκτακτα κονδύλια ενώ αυξάνεται συνεχώς και η απορρόφηση των χρηματοδοτικών πακέτων.
Το Προσφυγικό δεν είναι θέμα που σηκώνει κραυγές και πολιτικές δολοφονίες, είπε ο Γιάννης Μουζάλας και απηύθυνε έκκληση στην αντιπολίτευση του δημοκρατικού τόξου να διατηρήσει τους τόνους αξιοπρέπειας που κράτησε μέχρι σήμερα, παρά τις όποιες διαφωνίες της.
«Νομίζω ότι μέχρι τώρα η αντιπολίτευση μέσα στη Βουλή, στο δημοκρατικό τόξο, κατάφερε και κράτησε κάποιους τόνους με πολλή αξιοπρέπεια, παρόλες τις διαφωνίες που μπορεί να έχουμε. Θα έκανα έκκληση, λοιπόν, αυτό να συνεχιστεί, μήπως μπορέσουμε, εφόσον και για όσο ισχύει η συμφωνία Ευρώπης-Τουρκίας, μέσα στα επόμενα δυο-τρία χρόνια, να έχει η χώρα μας λύσει αυτό το πρόβλημα» ανέφερε ο υπουργός σημειώνοντας, όμως, ότι η λύση θα πρέπει να υπάρξει στη βάση των διεθνών συνθηκών, της ελληνικής νομοθεσίας και της συνθήκης της Γενεύης και κυρίως με βάση τις δυνατότητες και τις προοπτικές για ένταξη όσων μείνουν εδώ πέρα και για ζητήματα τα οποία ωφελούν την ασφάλεια της Ελλάδας και την προοπτική ανάπτυξης της χώρας.