Skip to main content

Μουσείο Λούβρου: Μεγάλη έρευνα των αρχών για τους δράστες της κλοπής - «Ήξεραν τι ήθελαν»

Αδύνατη η μεταπώληση των κοσμημάτων που κλάπηκαν, λένε ειδικοί της τέχνης - «Ταπείνωση για τις δυνάμεις ασφαλείας του Παρισιού» - «Είναι βέβαιο ότι αποτύχαμε», δήλωσε πριν λίγο ο υπουργός Δικαιοσύνης, Ζεράλντ Νταρμανέν

Χτενίζουν το Παρίσι και όχι μόνο οι αρχές ασφαλείας της Γαλλίας για τον εντοπισμό των δραστών της μεγάλης κλοπής που έγινε χθες το πρωί στο μουσείο του Λούβρου με τη λεία τους να περιλαμβάνει πολύτιμα και πανάκριβα κοσμήματα από την αίθουσα «Απόλλων».

Σύμφωνα με τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης τουλάχιστον 60 ερευνητές με καλή γνώση της τέχνης εργάζονται για την εξιχνίαση της κλοπής, ενώ αξιωματούχοι λένε ότι οι δράστες φαίνεται να ήταν έμπειροι και πιθανώς «ξένοι» υπήκοοι.

 

Μιλώντας το πρωί στο CNews, η υπουργός Πολιτισμού, Ρατσίντα Ντάτι είπε πως «όταν σχεδιάστηκε το Μουσείο του Λούβρου, δεν είχε σχεδιαστεί για να δέχεται 10 εκατομμύρια επισκέπτες, δεν ήταν προετοιμασμένο για νέες μορφές παραβατικότητας: εισβολές, ζημιές» και συμπλήρωσε πως ο εισαγγελέας που είναι υπεύθυνος για την έρευνα για τη ληστεία στο Λούβρο «δεν αποκλείει καμία υπόθεση, συμπεριλαμβανομένης αυτής που συνδέεται με ξένες χώρες ».

«Οι αρχές απέτυχαν» μη αποτρέποντας τη διάρρηξη στο Λούβρο  και η κλοπή οκτώ κοσμημάτων του στέμματος  στέλνει «μια πολύ αρνητική εικόνα για τη Γαλλία », δήλωσε πριν από λίγο ο υπουργός Δικαιοσύνης Ζεράλντ Νταρμανέν στο France Inter. «Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι αποτύχαμε», είπε ο υπουργός, «επειδή εγκληματίες μπόρεσαν να βάλουν ένα ασανσέρ εμπορευμάτων στον δημόσιο αυτοκινητόδρομο, «και σε λίγα λεπτά να κλέψουν  ανεκτίμητα κοσμήματα, δίνοντας μια αξιοθρήνητη εικόνα της Γαλλίας ».

Μιλώντας στη Liberation, η δικηγόρων εκτιμητών τέχνης, Κορίν Χέρσκοβιτς, ανέφερε ότι η μεταπώληση των κοσμημάτων που κλάπηκαν από τον Λούβρο, «είναι αδύνατη», καθώς «αυτά μπορούν εύκολα να αναγνωριστούν», ενώ ο ανταποκριτής του BBC στο Παρίσι, Άντριου Χάρντινγκ, περιέγραψε το περιστατικό ως «ταπείνωση για τις δυνάμεις ασφαλείας».

Ειδικοί στον χώρο της τέχνης εκτιμούν πως τα 8 κοσμήματα του Γαλλικού Στέμματος θα καταλήξουν είτε σε ιδιωτική συλλογή είτε σε κυκλώματα παράνομης διακίνησης πολύτιμων λίθων. Η αστυνομία έχει εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για την αναζήτηση των τεσσάρων δραστών, οι οποίοι οπλισμένοι με ηλεκτρικά εργαλεία πραγματοποίησαν μια άκρως επαγγελματική έφοδο στο πιο πολυσύχναστο μουσείο στον κόσμο, προτού δραπετεύσουν με σκούτερ.

Στη Γαλλία, οι συζητήσεις αφορούν την έλλειψη ασφάλειας στα μουσεία της χώρας, γεγονός που αναγνώρισε και ο νέος υπουργός Εσωτερικών Λοράν Νουνιέ, κάνοντας λόγο την Κυριακής για ένα «σημαντικά αδύναμο σημείο». Εππλέον ο Νουνιέ, δήλωσε ότι η συμμορία που εισέβαλε στην «Γκαλερί του Απόλλωνα» έδρασε άκρως επαγγελματικά. Ήξεραν τι ήθελαν, προφανώς είχαν «προετοιμάσει τη διαφυγή τους» εκ των προτέρων, είχαν έναν απίστευτα απλό αλλά αποτελεσματικό τρόπο δράσης και δεν χρειάζονταν περισσότερα από επτά λεπτά για να πάρουν τη λεία τους και να ξεφύγουν.

Σε ανακοίνωσή του, το υπουργείο Πολιτισμού ανέφερε ότι οι συναγερμοί ήχησαν σωστά μόλις οι ληστές πήραν τα κοσμήματα. Πέντε μέλη του προσωπικού του μουσείου που βρίσκονταν στην πινακοθήκη ή σε κοντινή απόσταση ακολούθησαν το πρωτόκολλο, επικοινωνώντας με την ασφάλεια του κτηρίου και προστατεύοντας τους επισκέπτες. 

Η υπουργός Πολιτισμού Ρασίντα Ντάτι δήλωσε στο γαλλικό ειδησεογραφικό πρακτορείο TF1 ότι το βίντεο που ήρθε στη δημοσιότητα από τη στιγμή της κλοπής δείχνει τους μασκοφόρους να εισέρχονται «ήρεμα» και να σπάνε τις προθήκες που περιείχαν τα κοσμήματα. Κανείς δεν τραυματίστηκε, με την Ντάτι να υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε «καμία βία, ήταν πολύ επαγγελματικό». Περιέγραψε τους κλέφτες ως φαινομενικά «έμπειρους» και με ένα καλά προετοιμασμένο σχέδιο να δραπετεύσουν με δύο σκούτερ.

Σύμφωνα με τις αρχές, κλάπηκαν οκτώ βαρύτιμα κοσμήματα, τα οποία χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα και κάποτε ανήκαν σε Γάλλους βασιλιάδες ή αυτοκρατορικούς ηγεμόνες.

Το υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας δήλωσε ότι τα κλεμμένα αντικείμενα ήταν, μια τιάρα -η οποία βρέθηκε λίγο αργότερα σπασμένη σε δύο κομμάτια- και μια καρφίτσα που ανήκαν στην αυτοκράτειρα Ευγενία, σύζυγο του Ναπολέοντα Γ΄, σμαραγδένιο περιδέραιο και ζεύγος σκουλαρικιών της αυτοκράτειρας Μαρίας Λουίζας, τιάρα, περιδέραιο και σκουλαρίκι από τη συλλογή ζαφειριών της βασίλισσας Μαρίας Αμελίας και της Ορτάνς, μία καρφίτσα γνωστή ως «καρφίτσα – λειψανοθήκη».

Πρόκειται για κοσμήματα φιλοτεχνημένα με χιλιάδες διαμάντια και άλλους πολύτιμους λίθους.

 

 

Παρόμοιες κλοπές στο παρελθόν

Το Μουσείο του Λούβρου περιέχει χιλιάδες έργα τέχνης που είναι διάσημα σε όλο τον κόσμο, καθώς και ισάριθμα πιο άγνωστα αντικείμενα που παρόλα αυτά έχουν πολιτιστική σημασία.

Αλλά στη 230χρονη ιστορία του έχουν σημειωθεί σχετικά λίγες κλοπές – κυρίως χάρη στα αυστηρά μέτρα ασφαλείας που έχουν θεσπιστεί.

Η πιο πρόσφατη εξαφάνιση αφορούσε το έργο Le Chemin de Sèvres (Ο Δρόμος προς τις Σεβρές) του καλλιτέχνη του 19ου αιώνα Camille Corot το οποίο απλώς αφαιρέθηκε από τον τοίχο το 1998 και έκτοτε δεν έχει εντοπιστεί.

Αλλά η πιο διάσημη κλοπή ήταν μακράν αυτή που έλαβε χώρα το 1911, όταν κλάπηκε ο πίνακας «Η Τζοκόντα» του Λεονάρντο ντα Βίντσι γνωστός και ως Μόνα Λίζα. Ο δράστης τότε κρύφτηκε σε μια ντουλάπα όλη τη νύχτα, στη συνέχεια κατάφερε να αφαιρέσει τον πίνακα από το πλαίσιό του, να τον τυλίξει με το φόρεμά του, να τον βάλει κάτω από τη μασχάλη του και να φύγει. Έπειτα αποδείχθηκε ότι ήταν Ιταλός εθνικιστής που ήθελε να επιστρέψει το έργο τέχνης στην πατρίδα του. Βρέθηκε στην Ιταλία το 1914 και επιστράφηκε στο Λούβρο.

Τον περασμένο μήνα, κλέφτες εισέβαλαν στο Μουσείο Adrien Dubouche στη Λιμόζ και έκλεψαν έργα πορσελάνης που φέρεται να αξίζουν 9,5 εκατομμύρια ευρώ.

Τον Νοέμβριο του 2024, επτά αντικείμενα «μεγάλης ιστορικής και πολιτιστικής αξίας» κλάπηκαν από το Μουσείο Cognacq-Jay στο Παρίσι. Πέντε εντοπίστηκαν και ανακτήθηκαν πριν από λίγες ημέρες.

Τον ίδιο μήνα, ένοπλοι ληστές εισέβαλαν στο Μουσείο Ιέρωνα στη Βουργουνδία, πυροβολώντας πριν δραπετεύσουν με έργα τέχνης του 20ού αιώνα αξίας εκατομμυρίων λιρών.

Φωτογραφία: Gonzalo Fuentes/Reuter