Τον δρόμο για την κλινική διαχείριση των κυήσεων με συγγενή λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό CMV άνοιξαν για τα ευρωπαϊκά κράτη οι έρευνες Ελλήνων επιστημών.
Τις έρευνες για τη διαχείριση της λοίμωξης από CMV στην κύηση, που αποτελεί την πιο συχνή συγγενή λοίμωξη και τη βασική αιτία συγγενής κώφωσης, πραγματοποίησαν τα τελευταία χρόνια ο καθηγητής Μαιευτικής και Γυναικολογίας και Εμβρυομητρικής Ιατρικής ΑΠΘ Αλέξανδρος Σωτηριάδης και ο γυναικολόγος και διδάκτωρ Ιατρικής ΑΠΘ Χρήστος Χατζάκης, μέλη της Β΄ Μαιευτικής Γυναικολογικής Κλινικής του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, με διευθυντή τον καθηγητή Μαιευτικής και Γυναικολογίας ΑΠΘ Κωνσταντίνο Δίνα σε συνεργασία με το τμήμα Eβρυομητρικης Ιατρικής του Νοσοκομείου Νecker στο Παρίσι. Η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα στην οποία πραγματοποιείται ο πληθυσμιακός έλεγχος των εγκύων για CMV λοίμωξη.
Όπως αποδείχθηκε από τις μελέτες της ομάδας, σε γυναίκες που έχουν κολλήσει κυτταρομεγαλοϊό CMV κατά την κύηση, η χορήγηση ενός αντιικού φαρμάκου μειώνει κατά 70% το να περάσει ο ιός στο έμβρυο. Όπως εξήγησε στη Voria.gr ο Χρήστος Χατζάκης, γυναικολόγος και διδάκτωρ Ιατρικής ΑΠΘ, «αφού αποδείχθηκε ότι υπάρχει φάρμακο για την πρόληψη της μετάδοσης του ιου στο έμβρυο, άνοιξε ο δρόμος για να κάνουν οι ευρωπαϊκές χώρες πληθυσμιακό έλεγχο για CMV στην κύηση». Η ευρωπαϊκή κατευθυντήρια οδηγία εκδόθηκε από την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Συγγενής Λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό. Ήδη την έχει υιοθετήσει την οδηγία η Ιταλία ενώ έχουν ξεκινήσει οι συζητήσεις στη Γαλλία.
Η συγγενής λοίμωξη από CMV αφορά τη μετάδοση του ιού από τη μητέρα στο έμβρυο στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Σύμφωνα με τον κ. Χατζάκη, εάν αυτός ο ιός περάσει στο έμβρυο στο πρώτο ουσιαστικά τρίμηνο- υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να έχει επιπλοκές στο έμβρυο, είτε βραχυπρόθεσμες είτε μακροπρόθεσμες.
Η διάγνωση στη διάρκεια της εγκυμοσύνης γίνεται με τον προσδιορισμό των αντισωμάτων, δηλαδή μέσα από μια απλή αιματολογική εξέταση, η οποία στην Ελλάδα καλύπτεται από τα ασφαλιστικά ταμεία. Ο πληθυσμιακός έλεγχος των εγκύων για CMV πρέπει να γίνεται στο 1ο τρίμηνο της κύησης και να επαναλαμβάνεται μέχρι να τελειώσει το διάστημα αυτό. «Όσο νωρίτερα το βρούμε και δώσουμε θεραπεία τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι», επισήμανε.