Skip to main content

Νίκος Μανομενίδης: Πράσινη ατζέντα και νέα πολιτική στα ακίνητα από τον δήμο Θεσσαλονίκης

Δημόσιος χώρος, πράσινη ατζέντα και νέα πολιτική στα ακίνητα οι προτεραιότητες για τον Νίκο Μανομενίδη, υποψήφιο δημοτικό σύμβουλο με τον συνδυασμό του Σπύρου Πέγκα

Τις προτάσεις του για την προστασία του δημόσιου χώρου, το μείζον ζήτημα της στέγης που αφορά ευάλωτα νοικοκυριά και νέα ζευγάρια και τις δυνατότητες παρέμβασης που πρέπει να δοθούν στην τοπική αυτοδιοίκηση για το θέμα των βραχυχρόνιων μισθώσεων, καταθέτει σε συνέντευξή του στη Voria, o Νίκος Μανομενίδης, μεσίτης ακινήτων και υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με τον συνδυασμό «Θεσσαλονίκη για όλους», του Σπύρου Πέγκα.

Έχοντας επί σειρά ετών εμπειρία στον χώρο των ακινήτων ο κ. Μανομενίδης, εκτιμά ότι οι επενδύσεις στην αγορά ακινήτων θα εξακολουθούν να αυξάνονται στη Θεσσαλονίκη, εξηγεί ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις «δεν είναι αθέμιτα ανταγωνιστικές ως προς τα ξενοδοχεία, καθώς απευθύνονται σε διαφορετικό κοινό», ενώ τονίζει ότι λύση στο σοβαρό πρόβλημα της στέγασης θα δώσει τυχόν μείωση της φορολογία των κατοικιών «που μισθώνονται ως κύρια κατοικία των ενοίκων τους».

Όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη, ο κ. Μανομενίδης αναφέρεται στην προτεραιότητα του συνδυασμού που είναι «μια πράσινη ατζέντα», με την προστασία και ανάδειξη των ρεμάτων, τη σύνδεση του περιαστικού δάσους με την πόλη, την βελτίωση της κυκλοφορίας των πεζών,  κ.ά;.

Πώς συμβιβάζεται η ιδιότητα ενός μεσίτη, που βγάζει χρήματα από τη συνεχή ανάπτυξη των ακινήτων, με την προστασία του δημόσιου χώρου την οποία έχετε ως βασικό πρόταγμα στην υποψηφιότητά σας με τον συνδυασμό του Σπύρου Πέγκα;

Προσωπικά ως Μεσίτης Ακινήτων – Realtor υιοθετώ πλήρως τον Κώδικα Δεοντολογίας της Διεθνούς Ένωσης NAR και αναγνωρίζω ότι τα συμφέροντα του έθνους και των πολιτών απαιτούν βέλτιστη χρήση της γης και ευρύτερη κατανομή της ιδιοκτησίας ακινήτων. Για τον λόγο αυτό, όχι μόνο αυτοδιοικητικά, αλλά και κλαδικά, απαιτώ τη δημιουργία επαρκών κατοικιών, την ανάπτυξη λειτουργικών πόλεων, την ανάπτυξη παραγωγικών βιομηχανιών και αγροκτημάτων με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και την διατήρηση ενός υγιεινού και βιώσιμου περιβάλλοντος.

Τόσο η οικονομική ύφεση που βιώσαμε τα προηγούμενα χρόνια όσο και οι περιβαλλοντικές καταστροφές αναδεικνύουν τις ευθύνες μας, για τις επιπόλαιες και άπληστες παρεμβάσεις μας, τόσο στο οικονομικό όσο και στο φυσικό περιβάλλον. Όλες αυτές οι αλαζονικές παρεμβάσεις μας, όπως αποδείχθηκε, επιφέρουν υπέρμετρο κόστος με ταυτόχρονη καταρράκωση των αξιών των ακινήτων.

Επιβάλλεται -και ως επαγγελματίες- να μην περιοριζόμαστε στα στενά στα πρόσκαιρα συμφέροντα των πελατών μας, αλλά να προκρίνουμε το δημόσιο συμφέρον ως εγγύηση στην αειφόρο ανάπτυξη των συμφερόντων όλων μας και της αειφορίας.

Τι διαφορετικό προτείνει ο συνδυασμός από τη νυν διοίκηση του δήμου Θεσσαλονίκης για την προστασία του δημόσιου χώρου;

Αρχικά απαιτείται η κατά γράμμα εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας και των κανονιστικών αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου (Κανονισμός Διαχείρισης Κοινόχρηστων Χώρων).

Πολύ πριν τις καταστροφικές πλημμύρες είχαμε θέσει ως προτεραιότητά μας μια πράσινη ατζέντα και ειδικότερα την προστασία και ανάδειξη των ρεμάτων (και της περιφερειακής τάφρου) και το σχεδιασμό επαναφοράς κάποιων από αυτά (ρέματα Τούμπας, Νέστορος Τύπα, Τριανδρίας, Δόξας κ.λπ.).

Προκρίνουμε την αποτροπή της οικοδόμησης - ασφαλτόστρωσης του ρέματος Κρυονερίου και της έκδοσης κάθε οικοδομικής άδειας που διεκδικείται εντός του.

Σημαντική κρίνεται επίσης η σύνδεση του περιαστικού δάσους με την πόλη και η ενοποίηση του Σέιχ-Σου με τον χώρο της Δ.Ε.Θ., του Γ’ Σ.Σ και των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, ως ενιαίου χώρου πρασίνου (Μητροπολιτικό Πάρκο), με ρέματα ως άξονες διείσδυσης του πράσινου στην πόλη.

Προτείνουμε επίσης:
• Ίδρυση Ενιαίου Φορέα Διαχείρισης και Προστασίας του Δάσους-Πάρκου.
• Αποκατάσταση πρόσβασης πεζών και αποκλεισμός πρόσβασης Ι.Χ.
• Αποκλεισμό κάθε προσπάθειας οικοπεδοποίησης του Σέιχ-Σου και απαγόρευση μη ήπιων παρεμβάσεων.

Μπορεί και πώς ένας δήμος και συγκεκριμένα ο δήμος Θεσσαλονίκης να συμβάλλει στο μείζον ζήτημα της στέγασης που αντιμετωπίζουν τα ευάλωτα νοικοκυριά ή και τα νέα ζευγάρια;

Στην Ελλάδα η κεντρική κυβέρνηση συγκεντρώνει τις εξουσίες και τα κονδύλια στην Αθήνα και περιορίζει τις αρμοδιότητες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε αντίθεση με την πρακτική των περισσότερων χωρών της Ευρώπης Ένωσης όπου οι Δήμοι είναι οι μεγαλύτεροι ιδιοκτήτες κοινωνικών κατοικιών. Το δυσάρεστο είναι ότι οι περισσότεροι δημοτικοί άρχοντες βολεύονται με αυτή την κατάσταση, αυτοπεριορίζονται και δεν αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες αξιοποίησης των ευρωπαϊκών πηγών απευθείας χρηματοδότησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την πανδημία η Ευρωπαϊκή Ένωση απελευθέρωσε πόρους και για την Αυτοδιοίκηση για παρεμβάσεις σε θέματα κοινωνικής κατοικίας που δύναται να αντισταθμίσουν τις αρνητικές επιδράσεις της ανάπτυξης σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα για προσιτή κατοικία για όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού. Για παράδειγμα η Λισαβόνα ανακοίνωσε τριετές πρόγραμμα δημιουργίας 3.000 κοινωνικών κατοικιών. Στη Θεσσαλονίκη είναι περιορισμένες οι παρεμβάσεις και μεγάλο μέρος την ακίνητης ιδιοκτησίας του Δήμου παραμένει αναξιοποίητο.

Πώς κρίνετε τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ προκειμένου να μπει φρένο στις βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου Airbnb;

Όπως εξήγησα προηγουμένως χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη, περισσότερη Τοπική Αυτοδιοίκηση και λιγότερο Κράτος. Τα μέτρα είναι οριζόντια και αντιαναπτυξιακά. Η κυβέρνηση προσπαθεί να λύσει το πρόβλημα με ενιαία φορολόγηση στις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε όλη την Ελλάδα σαν να αντιμετωπίζουν ίδιες συνέπειες, με την ίδια ένταση και την ίδια εποχικότητα όλες οι περιοχές στην Ελλάδα (αστικές-αγροτικές, ορεινές-παραθαλάσσιες κλπ). Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις συνεισφέρουν στην ανάπτυξη νέων κτηρίων και στην επαναξιοποίηση παλαιών και εγκαταλελειμμένων. Επίσης είναι κοντόφθαλμο να θεωρούμε ότι έτσι στηρίζουμε τα ξενοδοχεία. Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις δεν είναι αθέμιτα ανταγωνιστικές, απευθύνονται σε διαφορετικό καταναλωτικό κοινό και συντελούν στην αύξηση του αριθμού των αεροπορικών επιβατών που με τη σειρά της αποτελεί προϋπόθεση δημιουργίας κρίσιμης μάζας για την αύξηση των συνδέσεων και πτήσεων από και προς τα αεροδρόμια της χώρας.

Μια σοφή επίσης απόφαση που θα μπορούσε να πάρει ο Πρωθυπουργός είναι να αναθέσει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση την αρμοδιότητα ρύθμισης θεμάτων που αφορούν στις Βραχυχρόνιες μισθώσεις επειδή αυτή γνωρίζει τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής – γειτονιάς. Έτσι, θα μπορέσει να εφαρμόσει πολιτικές στήριξης της ανάπτυξης και του τουρισμού με στόχευση μικροτοποθεσίας και σεβασμό στην προσιτή κατοικία για τους πολίτες και ανάπτυξη της Αγοράς και της απασχόλησης που δημιουργεί η βραχυχρόνια μίσθωση στις γειτονιές. Τέλος, το μόνο μέτρο που θα μπορούσε να ληφθεί οριζόντια και ενιαία θα ήταν η μείωση της φορολογίας των κατοικιών που μισθώνονται ως κύρια κατοικία των ενοίκων τους.

Τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για επενδύσεις στην αγορά ακινήτων – κυρίως για γραφεία, logistics, διατηρητέα κτήρια, για νέα ξενοδοχεία; Πώς εξηγείτε αυτό το ενδιαφέρον και ποιες είναι οι προοπτικές της αγοράς ακινήτων στην πόλη; Επίσης ποια είναι η εκτίμησή σας για την εξέλιξη των τιμών που όλο και ανεβαίνουν;

Η αύξηση των επενδύσεων θα συνεχιστεί από το εξωτερικό και από θεσμικούς επενδυτές που κατέχουν λιμνάζοντα κεφάλαια και αναζητούν ασφαλείς και επικερδείς τοποθετήσεις αφενός επειδή βελτιώνονται οι οικονομικοί δείκτες και αφετέρου επειδή οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα εξακολουθούν να είναι χαμηλότερες από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Οι επενδύσεις αυτές ωστόσο αυξάνουν τις τιμές περισσότερο από την αύξηση των εισοδημάτων - στο εσωτερικό έχει μειωθεί δραματικά η αγοραστική ικανότητα για τους πολίτες. Στην κατεύθυνση αυτή συντελούν η αύξηση των επιτοκίων και στο κόστος κατασκευής. Οι πρόσφατες παρεμβάσεις της κυβέρνησης στην Αγορά των Ακινήτων ενισχύουν τις επιχειρηματικές επενδύσεις σε βάρος των επενδύσεων των φυσικών προσώπων. Τέλος, αξίζει να επισημάνουμε ότι η «παραθεριστική» Ελλάδα είναι ελκυστική στους ξένους για τα γραφικά χωριά, το φυσικό περιβάλλον και την χαμηλή δόμηση και αυτό τη διακρίνει από τις υπόλοιπες ανταγωνιστικές αγορές. Αυτό τον χαρακτήρα απαιτείται να τον διατηρήσουμε, δίνοντας έμφαση σε πιο ευαίσθητες περιβαλλοντικά πολιτικές.