Skip to main content

Το νομικό οπλοστάσιο για τη βία κατά των γυναικών

Η σημερινή Παγκόσμια Ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών αποτελεί μία ακόμη αφορμή για να προσεγγίσουμε και να αντιμετωπίσουμε ένα νοσηρό κοινωνικό φαινόμενο

Της Μαριάννας Αθανασάκη*

Στις 25 Νοεμβρίου τιμούμε την Παγκόσμια Ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών. Γιατί όμως χρειάστηκε να καθιερωθεί μια τέτοια ημέρα;
Γιατί, δυστυχώς, οι αριθμοί δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Η βία έχει διεισδύσει στην καθημερινότητά μας: στο σχολείο, στην εργασία, στο διαδίκτυο, στο δρόμο, ακόμη και στο χώρο που θα έπρεπε να αποτελεί καταφύγιο για κάθε άνθρωπο – το ίδιο του το σπίτι. Σημειώστε:
* 60–70 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας καταγράφηκαν κατά μέσο όρο καθημερινά το 2024.
* Περίπου 6.000 θύματα έχουν εγκαταστήσει την εφαρμογή Panic Button.
* Πάνω από 17.000 καταγγελίες καταγράφηκαν μόνο στο πρώτο εννιάμηνο του 2025.

Η πραγματική διάσταση του προβλήματος είναι ακόμη πιο απογοητευτική, αν λάβει κανείς υπόψη ότι μεγάλο ποσοστό των θυμάτων δεν καταγγέλλουν ποτέ το πρόβλημα με αποτέλεσμα να υπάρχει υποκαταγραφή των περιστατικών.  
Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε ότι το φαινόμενο αποκτά ορατότητα. Η αύξηση των καταγγελιών δεν σημαίνει αύξηση των περιστατικών, αλλά αύξηση της εμπιστοσύνης των θυμάτων προς τις αρχές, τα οποία σπάνε τη σιωπή τους και μιλάνε ολοένα και περισσότερο.

Δεν πρόκειται για τυχαία περιστατικά  

Οι πράξεις βίας κατά των γυναικών δεν πρόκειται για τυχαία ή μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για προβλέψιμα αποτελέσματα ενός συστήματος ανισοτήτων και προκαταλήψεων σε βάρος των γυναικών.
Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί βασική μορφή έμφυλης βίας καθώς το 85% των δραστών που διώχθηκαν ποινικά το 2020 και το 98% των δραστών στους οποίους επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι ήταν άνδρες, κυρίως σύζυγοι ή σύντροφοι,  ενώ το 92% των περιστατικών αφορούσαν σωματική, λεκτική ή ψυχολογική βία.

H σωματική βία δεν είναι μόνο η βαριά ή επικίνδυνη σωματική βλάβη που αφήνει ορατά σημάδια στο σώμα του θύματος. Είναι και η ελαφριά, επαναλαμβανόμενη βία, όπως  το χαστούκι, το σπρώξιμο, το τράβηγμα μαλλιών, η κλωτσιά. Όλα αυτά είναι βία και αποτελούν ποινικά αδικήματα που διώκονται και τιμωρούνται. Επίσης, η ψυχολογική και λεκτική βία, απειλές εκφοβισμός προσβολές, ταπείνωση, υποτίμηση, είναι συχνά η πιο ύπουλη μορφή κακοποίησης. Δεν αφήνει σημάδια, ο θύτης μπορεί να εμφανίζεται άψογος προς τα έξω, και γι’ αυτό συχνά παραμένει αόρατη.

Το νομικό οπλοστάσιο 

Το πρώτο ειδικό νομοθέτημα για την ενδοοικογενειακή βία ψηφίστηκε το 2006, αναγνωρίζοντας ότι η οικογένεια δεν μπορεί να αποτελεί τόπο όπου θα διαπράττονται αδικήματα και δεν θα τιμωρούνται
Η τελευταία πρόσφατη τροποποίηση, το 2025, από τη μια αυστηροποιεί σημαντικά το πλαίσιο, αφού για παράδειγμα προβλέπει αυξημένες ποινές σε περίπτωση υποτροπής, προβλέπει ότι ποινές άνω των δύο ετών δεν μετατρέπονται ούτε αναστέλλονται αλλά εκτίονται, δηλαδή ο δράστης μεταφέρεται στη φυλακή.

Ωστόσο, στην πράξη η αντιμετώπιση των περιστατικών δεν είναι πάντα εύκολη. Στην καθημερινή δικηγορία καλούμαστε να απαντήσουμε σε ερωτήματα όπως:
* Τι κάνουμε όταν το θύμα δεν μιλάει;
* Τι γίνεται όταν ο δράστης συλλαμβάνεται με την αυτόφωρη διαδικασία, αλλά στο δικαστήριο ζητά και παίρνει αναβολή;
* Πώς εξασφαλίζουμε ότι το θύμα δεν θα βρίσκεται ξανά κάτω από την ίδια στέγη με τον δράστη, όταν εκείνος καταδικάζεται με αναστολή;

Αυτεπάγγελτη δίωξη

Πρώτα απ’ όλα τα αδικήματα αυτά διώκονται αυτεπαγγέλτως, πράγμα που σημαίνει ότι αρκεί μια καταγγελία από το θύμα ή από τρίτο, έστω και ανώνυμη για να κινηθεί η αυτόφωρη διαδικασία χωρίς να απαιτείται η υποβολή έγκλησης ή η πληρωμή παραβόλου.
Από τα στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι τις περισσότερες φορές είναι οι τρίτοι που ειδοποιούν τις αρχές και όχι τα άλλα μέλη της οικογένειας, τα οποία συχνά επιλέγουν τη σιωπή. Η κοινωνία όμως δείχνει πλέον πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία.

Σημαντικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση, δηλαδή της ειδοποίησης των αρμόδιων Αρχών, είναι η θεσμοθέτηση υποχρέωσης των επαγγελματιών να ενημερώνουν τις Αρχές εάν κατά την άσκηση των καθηκότων τους, διαπιστώσουν ότι  έχει τελεστεί αδίκημα έμφυλης βίας. Για παράδειγμα αν ένας γιατρός κατά την εξέταση του θύματος διαπιστώσει ότι τα σημάδια που φέρει δεν προήλθαν από πτώση από την σκάλα, οφείλει να ειδοποιήσει την Αστυνομία. Το ίδιο και ο εκπαιδευτικός, ο προπονητής, ο φαρμακοποιός και άλλες ειδικότητες επαγγελματιών. Για την προστασία τους μάλιστα από εκδικηττικές ενέργειες έχει προβλεφθεί το ακαταδίωκτο και επομένως αυτά τα πρόσωπα δεν ενάγονται, δεν μηνύονται δεν ελέγχονται πειθαρχικά. 

Διαδικασία στο Αστυνομικό Τμήμα 

Μετά την καταγγελία στο Αστυνομικό Τμήμα ακολουθείται νέο πρωτόκολλο ενεργειών για τη διαχείριση της κατάστασης. Γίνεται έγγραφη ενημέρωση του θύματος για τα εξής:  
* Για τη δυνατότητα μεταφοράς και εξέτασης στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία.  
* Για τις υφιστάμενες δομές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης και αρωγής.
* Για τη δυνατότητα εγκατάστασης στο κινητό της εφαρμογής Panic Button ( κάθε βράδυ εγκαθίστανται περίπου 20).
* Για τη δυνατότητα διαμονής σε ασφαλή χώρο, όπως για παράδειγμα, σε εγκαταστάσεις της ΕΛ.ΑΣ, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, της Εκκλησίας ή άλλες δομές

Ταυτόχρονα -και το κυριότερο- γίνεται ατομική αξιολόγηση κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες, όπως -για παράδειγμα- το είδος, τη βαρύτητα και τη συχνότητα της βλάβης, την επικινδυνότητα και πιθανότητα υποτροπής του δράστη και τις απειλές για τη ζωή, εξάρτηση από ουσίες, κατοχή όπλων, προηγούμενες καταδίκες κλπ.
Καμία περίπτωση δεν είναι ίδια με την άλλη. Καθεμία έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να γίνει σωστή αξιολόγηση ώστε να προσδιοριστούν και να ληφθούν τα κατάλληλα για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρα, που θα οδηγήσουν στην ασφαλέστερη προστασία του θύματος.   

Περιοριστικοί όροι

Ποια μπορεί να είναι αυτά τα μέτρα; Πολύ βασικό μέσο προστασίας είναι οι περιοριστικοί όροι που μπορούν να επιβληθούν άμεσα με διάταξη του Εισαγγελέα ή με δικαστική απόφαση. Τέτοιοι όροι είναι η απαγόρευση να προσεγγίζει ο δράστης την κατοικία ή εργασία του θύματος, η υποχρεωτική συμμετοχή του σε θεραπευτικά ή συμβουλευτικά προγράμματα σε περιπτώσεις που πράγματι ο δράστης μπορεί με την κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη να διαχειριστεί τα θέματα συμπεριφοράς του, η ηλεκτρονική επιτήρηση του (βραχιολάκι), η υποχρέωση παράδοσης όπλου (αν υπάρχει), η απαγόρευση κάθε είδους επικοινωνίας με το θύμα, η υποχρέωση εμφάνισης στο αστυνομικό τμήμα κλπ.
Παράβαση των όρων αυτών μπορεί να οδηγήσει σε άμεση φυλάκιση του δράστη

Τι γίνεται, όμως, αν τα περιοριστικά αυτά μέτρα κριθούν ανεπαρκή; Σε περιπτώσεις σοβαρών πλημμελημάτων και κακουργημάτων ο Νόμος προβλέπει την προσωρινή κράτηση ή τον κατ’ οίκον περιορισμό του δράστη. Προβλέπει, επίσης, την παράταση της κράτησης του δράστη σε αυτόφωρο, όταν αυτός ζητά  αναβολή, εφόσον φυσικά τεκμαίρεται η επικινδυνότητα του. Προβλέπει την απόσπαση ή μετάθεση του θύματος, που είναι δημόσιος υπάλληλος, εφόσον το επιθυμεί, ώστε να απομακρυνθεί από τον δράστη.

Η συστηματική καταγραφή των περιστατικών μάς επιτρέπει να εντοπίζουμε τις αδυναμίες, να βελτιώνουμε συνεχώς τα εργαλεία προστασίας και να προσαρμόζουμε το νομικό πλαίσιο στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Το μήνυμα είναι ότι κανένας δεν πρέπει να ανέχεται οποιαδήποτε μορφή βίας, ούτε να πιστεύει ότι ένα περιστατικό βίας δεν θα επαναληφθεί. Η καταγγελία είναι μονόδρομος και αποτελεί το πρώτο βήμα για την απαλλαγή του θύματος από μια κακοποιητική και γιατί όχι εγκληματική κατάσταση. 

Στόχος μας (πρέπει να) είναι να έρθει η μέρα που η 25η Νοεμβρίου θα είναι απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο. Μια ημέρα χωρίς περιεχόμενο, γιατί τότε η βία κατά των γυναικών θα έχει πραγματικά εξαλειφθεί.
 

* Η κ. Μαριάννα Αθανασάκη (athan.marian@gmail.com) είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω και διευθύντρια Ομίλου Νομικών Σ. Προβατά – Μ. Αθανασάκη

Image