Του Στάθη Κουτσοχήνα*
Αν σε κάτι κατάφερε να διακριθεί η κυβέρνηση της χώρας, τόσο στην προηγούμενη όσο και στην τρέχουσα θητεία της, είναι η επικοινωνιακή διαχείριση όλων των μεγάλων ζητημάτων. Από αυτήν την τακτική της δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση το προωθούμενο φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μέτρα για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής».
Ωστόσο, διαβάζοντας κανείς τις διατάξεις του νομοσχεδίου εύλογα αναρωτιέται αν είναι ορθός ο παραπάνω τίτλος του, αν δηλαδή αποδίδει πράγματι το περιεχόμενο και τη στόχευσή του.
Για το περιεχόμενο του νομοσχεδίου πολλά έχουν ήδη λεχθεί στον δημόσιο διάλογο τόσο για τον άδικο χαρακτήρα των οριζόντιων μέτρων που προωθεί, τα οποία πλήττουν τους πιο αδύναμους επαγγελματίες, όσο και για το απρόσφορο των μέτρων αυτών, που επιστρατεύουν εργαλεία περασμένων δεκαετιών για να αντιμετωπίσουν δήθεν τη φοροδιαφυγή στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης.
Ωστόσο, για να κατανοήσει κανείς ποιος είναι ο πραγματικός στόχος του νομοσχεδίου που προωθείται αρκεί να εντοπίσει το ρυθμιστικό του πεδίο: οι διατάξεις του δεν αφορούν στο σύνολο των επαγγελματιών (δικηγόρων, ιατρών, λογιστών, μηχανικών κ.ο.κ.) ή των αυτοαπασχολούμενων. Αφορούν μόνον σ’ αυτούς που ασκούν τα εν λόγω επαγγέλματα ατομικά. Όχι σε όσους τα ασκούν υπό τη νομική μορφή μίας εταιρείας. Αν, π.χ, ασκείς δικηγορία μόνος σου θεωρείσαι κατά τεκμήριο φοροφυγάς και καταλαμβάνεσαι από τις διατάξεις του νομοσχεδίου. Αν, όμως, ασκείς δικηγορία έχοντας συστήσει μία δικηγορική εταιρία, τότε βρίσκεσαι εκτός ρυθμιστικού πεδίου των προωθούμενων διατάξεων και μπορείς χωρίς κανένα πρόβλημα να εμφανίζεις και ζημίες!
Καθίσταται, λοιπόν, απόλυτα σαφές ότι στόχος του νομοσχεδίου δεν είναι όλοι οι επαγγελματίες (δικηγόροι, ιατροί, λογιστές, μηχανικοί κ.ο.κ.) ή αυτοαπασχολούμενοι. Στόχος του είναι αποκλειστικά και μόνο όσοι ασκούν τα ελεύθερα επαγγέλματα ατομικά, με προφανή απώτερο σκοπό να αποχωρήσουν βίαια από το επάγγελμα όσοι είναι αδύναμοι και να καταστούν (στην καλύτερη περίπτωση) υπάλληλοι στις λίγες εταιρείες που θα απομείνουν.
Με καθαρά λόγια, σκοπός του νομοσχεδίου δεν είναι η πάταξη της φοροδιαφυγής, αλλά η πάταξη της άσκησης ατομικής δραστηριότητας! Ο δε τίτλος του προωθούμενου νομοσχεδίου «Μέτρα για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής» είναι πρόδηλα ψευδεπίγραφος. Ο τίτλος που ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο και στην πραγματική στόχευσή του θα ήταν «Μέτρα για τον περιορισμό της άσκησης ατομικής δραστηριότητας»!
Πρόκειται για μία μορφή υποκρυπτόμενου κρατικού παρεμβατισμού, η οποία γίνεται με τα χαρακτηριστικά της στοχοποίησης συγκεκριμένων κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων. Συνοδεύεται, άλλωστε, το προωθούμενο νομοσχέδιο και από μία συντονισμένη επικοινωνιακή επίθεση κατά των «κακών» ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων που λειτουργούν σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Πόσο πιο αντιπαθείς να τους καταστήσει η κυβέρνηση στην υπόλοιπη κοινωνία, όταν ουσιαστικά τους κατηγορεί ότι εξαιτίας τους (και όχι εξαιτίας των δικών της επιλογών) έχει καταρρακωθεί το εθνικό σύστημα υγείας και παιδείας στη χώρα μας, λέγοντας ότι τα έσοδα που θα εισπραχθούν από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής των ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων θα ενισχύσουν την υγεία και την παιδεία!
Αντίθετα, μία κυβέρνηση που θα διαπνεόταν από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης θα επιδίωκε να βελτιώσει τις συνθήκες της αγοράς χρησιμοποιώντας το εργαλείο του κρατικού παρεμβατισμού όχι με τρόπο τιμωρητικό, για να επιτεθεί σε συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες εκδιώκοντάς τες από την αγορά, αλλά με τρόπο θετικό, παρέχοντας κίνητρα στους επαγγελματίες για να αναπτύξουν συνεργατικές μορφές άσκησης της δραστηριότητάς τους.
Εν τέλει, με δεδομένο ότι ο φιλελευθερισμός αποτελεί μία ιδεολογία που δίνει έμφαση στην προάσπιση της ελευθερίας του ατόμου, μέσω του περιορισμού της ισχύος του κράτους, εύλογα αναρωτιέται κανείς: πόσο φιλελεύθερη αλήθεια μπορεί να θεωρείται μία κυβέρνηση που παρεμβαίνει άγαρμπα στην αγορά για να επιτεθεί σε όσους ασκούν ατομικά τη δραστηριότητά τους; Η απάντηση είναι αυθόρμητη: όσο φιλελεύθερη μπορεί να θεωρείται μία κυβέρνηση που μετέρχεται κάθε μέσο για να μην διερευνηθεί τί συνέβη με το σκάνδαλο των υποκλοπών και με το έγκλημα των Τεμπών.
*Ο Στάθης Κουτσοχήνας είναι δικηγόρος, Δρ. Νομικής, πρώην προέδρος Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και αναπληρωτής γραμματέας του Τομέα Δικαιοσύνης ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ.