Η εισήγηση που φέρεται να έγινε τις τελευταίες ημέρες στον Σωκράτη Φάμελο, από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν: Κάλεσε τον Αλέξη Τσίπρα και ζήτησέ του να ξεκαθαρίσει αν προτίθεται να ιδρύσει νέο κόμμα. Το πρόβλημα, ωστόσο, εν προκειμένω, θα είχε να κάνει με την απάντηση που θα του έδινε. Κι αν ήταν «ναι»; Σε αυτή την περίπτωση, τι θα έπρεπε να κάνει ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ; Να του δηλώσει τη... στήριξη του ή να του εκφράσει την αγανάκτηση του; Και στις δυο περιπτώσεις θα ήταν off. Προς το παρόν, πάντως και για το επόμενο διάστημα ο πρώην πρωθυπουργός θα ασχολείται με τις διακοπές του, που φέτος θα είναι «γεμάτες». Εν αντιθέσει με τα στελέχη της Κουμουνδούρου, που έχουν να διαχειρισθούν πολλά και διαφορετικά θέματα. Όπως, για παράδειγμα, το γεγονός ότι η Μαρία Καρυστιανού συνεχίζει απρόσκοπτα τις περιοδείες της ανά την Ελλάδα. Και μιλά για την τραγωδία των Τεμπών, τις ευθύνες και όχι μόνο. Μάλιστα στις περισσότερες των περιπτώσεων, μπροστά σε πυκνό ακροατήριο, όπως προ ημερών στη Λευκάδα. Αν τελικά κάνει κόμμα τότε ο χώρος από το Κέντρο και προς τα Αριστερά θα αναδιανεμηθεί. Ωστόσο ένα τέτοιο εγχείρημα παραμένει δύσκολο.
Έδαφος πάντως υπάρχει, από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ και αριστερότερα. Και οι συνθήκες καθίστανται ώριμες, εξαιτίας και λαθών που κάνουν τα ίδια τα υφιστάμενα κόμματα. Η εικόνα, για παράδειγμα, που βγάζει προς τα έξω το ΠΑΣΟΚ, είναι τουλάχιστον αμφίσημη. Σε κάποιες περιπτώσεις τα λάθη φτάνουν στο όριο του αυτογκόλ. Ενδεικτικά αναφέρεται πως όταν είχε σκάσει ο υβριδικός πόλεμος στον Έβρο, με το προσφυγικό κύμα του 2020, το ΠΑΣΟΚ - και σωστά - είχε υπερψηφίσει στη Βουλή τα έκτακτα μέτρα. Αποδεικνύοντας στην πράξη ότι είναι μια σοβαρή πολιτική δύναμη. Τώρα, που η κατάσταση είναι ανάλογη στην Κρήτη, με το προσφυγικό κύμα από τη Λιβύη, προτιμά να απέχει από την σχετική ψηφοφορία, προκαλώντας δυσαρέσκεια στο εσωτερικό του κόμματος, αλλά και στην κοινή γνώμη. Και ειδικότερα προς τις δυνάμεις του Κέντρου προς τις οποίες απευθύνεται. Χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποια λογικοφανής εξήγηση.
Πολλά θα εξαρτηθούν πάντως και από το αν τελικά θα αλλάξει ο εκλογικός νόμος. Η πιθανότητα, αυτή τη στιγμή – αν πιστέψει κανείς το Μέγαρο Μαξίμου – είναι μηδενική. Είναι όμως έτσι; Μπορεί και όχι. Όσοι μπορούν να διαβάσουν «πίσω από τις γραμμές», επιμένουν ότι στην πραγματικότητα είναι 50% - 50%. Κι αυτό γιατί η χώρα, το δεύτερο εξάμηνο του 2027, θα έχει την προεδρία της ΕΕ. Συνεπώς, από τις εκλογές της άνοιξης του 2027 (μονές ή διπλές) θα πρέπει, με κάποιον τρόπο, να προκύψει σταθερό κυβερνητικό σχήμα. Όμως, το ενδεχόμενο σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης, με βάση τα τωρινά δεδομένα, είναι πολύ μικρό. Η κυβέρνηση λοιπόν μπορεί να «κρυφτεί» πίσω από αυτό το γεγονός και να κατεβάσει τον πήχη της αυτοδυναμίας. Αλλιώς θα πρέπει να αναζητήσει κυβέρνηση συνεργασίας. Προφανώς, με το ΠΑΣΟΚ, κάτι όμως που υπό τις παρούσες συνθήκες θα είναι δύσκολο. Εκτός κι αν δεχθεί ο Μητσοτάκης να μην ηγείται αυτής της κυβέρνησης. Πώς όμως θα «υποχρεωθεί» να αποχωρήσει, αν η ΝΔ έχει πάνω από 30% και το δεύτερο κόμμα 15%-17%;