Skip to main content

O Αργύρης Ξάφης ξεριζώνει τα αγριόχορτα της σιωπής μέσα από επτά ρόλους

O κορυφαίος ηθοποιός αποκρυπτογραφεί στη Voria.gr την παράσταση «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος» που ανεβαίνει ξανά στη Θεσσαλονίκη

Η ξεχωριστή παράσταση «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος» ανεβαίνει ξανά στη Θεσσαλονίκη για τέσσερα βράδια στο Θέατρο Αυλαία, κάνοντας απόψε πρεμιέρα (8 με 11 Μαΐου) και υπόσχεται να καθηλώσει και πάλι τους θεατές.

Σκηνοθέτιδα είναι η Ζωή Ξανθοπούλου, μεταφράστρια η Μαρία Χατζηεμμανουήλ και πρωταγωνιστής ο Αργύρης Ξάφης κι οι τρεις τους ξετυλίγουν το σύγχρονο έργο του βραβευμένου Καταλανού συγγραφέα Ζουζέπ Μαρία Μιρό, με τη μορφή πολυπρόσωπης αφήγησης. Ο σπουδαίος ηθοποιός καλείται να βγάλει εις πέρας επτά ρόλους προσεγγίζοντας θέματα που αγγίζουν την ομοφοβία, τη βία και την ενοχή μιας κλειστής κοινωνίας.

Ο Ξάφης γίνεται ο τραγικός νεαρός Αλμπέρ που εντοπίζεται νεκρός στο χωριό του στην Καταλονία, η καθηγήτριά του στο Λύκειο, η μητέρα του, ο κολλητός φίλος του πατέρα του, ένας τρανς, το πρώην αφεντικό του πατέρα του και συγχωριανός.

«Ένας έφηβος, το πιο όμορφο αγόρι σε όλη την περιοχή, βρίσκεται νεκρό στη μέση του πουθενά. Με αφορμή αυτό το γεγονός, ξεδιπλώνεται η παθογένεια μιας ολόκληρης κοινωνίας, της κλειστής κοινωνίας μιας επαρχίας. Από τη μία πλευρά οι νοικοκυραίοι'', από την άλλη οι ''σειρήνες''.  Παιδεραστία, ομοφοβία, ένοχα μυστικά, καταπιεσμένες ζωές κι ένα τραγούδι που ξυπνά τις πιο εφιαλτικές αναμνήσεις», αναφέρει το εισαγωγικό σημείωμα της παράστασης, βάζοντας τους θεατές στο κλίμα. 

Οι χαρακτήρες θα παλέψουν μεταξύ τους προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στις δικές τους επιθυμίες αλλά και σε όσες τους επιβάλλουν οι καταπιεστικές δομές της μικροκοινωνίας την ώρα που σ' ένα δολοφονημένο σώμα αντανακλάται η ανθρωποφαγία.

Image

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο προκλητικό κι επαναστατικό από την ομορφιά». Τι σηματοδοτεί η λέξη ομορφιά για τον Αργύρη Ξάφη;

«Το πιο ενδιαφέρον στις φράσεις που έχουν τόσο μεγάλα νοήματα είναι ότι ο καθένας μπορεί να τους δώσει την οπτική του. Είναι μία φράση παιχνιδιάρικη, ο καθένας τη φαντάζεται όπως θέλει, να μην εκπέσει σε κανενός τα μάτια, απενοχοποιημένα, χωρίς κομμάτι του τι πρέπει να μας αρέσει, τι θεωρείται όμορφο, και από τους υπόλοιπους. 

Η τέχνη είναι τελείως υποκειμενική, στέλνει στους θεατές που τη βλέπουν μηνύματα και εκείνοι τα διαβάζουν ανάλογα. Φαντάσου να προσπαθούσαμε να κάνουμε τέχνη με αντικειμενικές αλήθειες, θα ήταν σκέτη καταστροφή. Γι' αυτό η τέχνη έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, δεν είναι ειδήσεις, δεν λέει τα νέα της πραγματικότητας».

Επί δύο σεζόν η παράσταση έγινε sold out, η απήχηση ήταν μεγάλη από το κοινό. Ποια θεωρείτε ως τα πιο ξεχωριστά στοιχεία αυτού του έργου, τι έχει να κερδίσει ο θεατής παρακολουθώντας αυτή την παράσταση;

«Δεν θα μιλήσω για μηνύματα, θεωρώ ότι το απλοποιείς έτσι βάζοντάς τα σε φράσεις. Έχει να κάνει με τον τρόπο που επικοινωνεί η παράσταση με τους θεατές, μιλάμε επί ίσοις όροις, ούτε ικετεύοντας, ούτε να το παίξει κανείς καλός. Η παράσταση χαίρει εκτίμησης καθώς οι θεατές αισθάνονται ότι είναι μέρος μίας εμπειρίας που δεν τους κοιτάζει υπεροπτικά, ούτε είναι ουδέτεροι με τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω τους. 

Αντίθετα τους κινητοποιεί με τον α, β, γ τρόπο τον καθένα. Επίσης φτιάχτηκε από ανθρώπους που αγαπούν βαθιά αυτή τη δουλειά βάζοντας σωματική και πνευματική κόπωση, όχι από κάποιους που ψάχνουν να βρουν κάποια παραπάνω χρήματα εκμεταλλευόμενοι μία μόδα».

Image

Είστε στη σκηνή μόνος, πραγματώνετε επτά χαρακτήρες. Είχατε αναφέρει σε προηγούμενή σας συνέντευξη ότι αυτού του είδους η διαδικασία είναι θεραπευτική. Πόσο δύσκολο θεωρείτε ότι είναι αυτό για έναν καλλιτέχνη;

«Σίγουρα δεν είναι εύκολο, μπορείς να το κάνεις με πολλούς τρόπους αλλά εγώ προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν πιο ειλικρινής απέναντι στους ήρωες. Μιλάμε για τόσο καλά γραμμένους χαρακτήρες που με οδήγησαν να κινηθώ σε κατευθύνσεις που είχα πεθυμήσει. Όταν ήμουν μικρός έβλεπα κάποιον να παίζει και αναρωτιόμουν ''πώς είναι δυνατόν να είναι αληθινός απέναντι στον ήρωα''. 

Πρώτα βασίζεται στον ρεαλισμό και μετά πηγαίνει στην ποίηση, αυτό απαιτεί από τον ηθοποιό να ξεπεράσει διάφορες φοβίες και κολλήματα. Πρέπει μέσα σου να δεχθείς και να καταλάβεις τη διαφορά, αν έχεις να υποδυθείς έναν ήρωα που δεν θα έκανες ποτέ παρέα, να τον δικαιολογήσεις και ο θεατής να εισπράξει ολόκληρη την εμπειρία. Αυτό σε κάνει να μεγαλώνεις, να το εξασκείς μέσα από την τέχνη, σ' ένα ασφαλές περιβάλλον. 

Ήθελα οι θεατές φεύγοντας να μην σκέφτονται, να μην καταλαβαίνουν τον ηθοποιό, να κάνουν στην άκρη τον Αργύρη Ξάφη και να τους παρασύρει η εμπειρία της παράστασης. Ήθελα να δείξω ότι στο ίδιο σχήμα χωράνε πολλοί άνθρωποι. Δεν είναι ευκολονόητο, φανταζόμαστε κάπως πάντα, τόσο τους καλούς όσο και τους κακούς γι' αυτό την πατάμε. Δεν περιμένουμε αυτό που μας βρήκε...».

Στο έργο, το έφηβο αγόρι δολοφονείται σε μία αγροτική περιοχή κάπου στη Βαρκελώνη, μια περιοχή ουσιαστικά πιο κλειστή, επαρχία. Το βλέπουμε και στον ελληνικό κινηματογράφο πλέον, για παράδειγμα με φιλμ όπως το «Πίσω από τις θημωνιές» της Ασημίνας Προέδρου στη λίμνη Δοϊράνη ή το «Κρέας» του Δημήτρη Νάκου στην Κύμη, έργα όπου συγκαλύπτονται εγκλήματα σε μικρά μέρη, γύρω από βλέμματα και στόματα ερμητικά κλειστά. Ποια είναι η σημειολογία του τόπου για την περάτωσή του;

«Υπάρχει απόλυτα αυτό, είναι μία σκοτεινή περιοχή, μία πληγή που δεν έχει κλείσει. Η τέχνη δεν θεραπεύει αλλά πρέπει να οδηγεί προς τη θεραπεία. Σε κάθε μεγάλη κοινωνία έχουμε στήσει μικρά μικρά παραπήγματα κοινωνιών, είτε γύρω από τη δουλειά μας, είτε γύρω από τη γειτονιά μας, είτε σχετικά με μία ενασχόλησή μας, αναπαράγοντας τα ίδια μοτίβα. Θέλουμε να αισθανόμαστε ασφαλείς, είμαστε γύρω από ανθρώπους που γνωρίζουμε, με κοινά ενδιαφέροντα. Αυτό ταυτόχρονα έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με ένα μικρό -κλειστό- χωριό».

Image

Βλέπουν θέατρο οι Θεσσαλονικείς και ποια είναι η σύνδεσή σας με την πόλη;

«Έχω παίξει αρκετές φορές εδώ, το κοινό στη Θεσσαλονίκη είναι γ@μ@το, το κριτήριό του είναι καθαρό, δεν σηκώνει πολλές δηθενιές. Θα έλεγα ότι είναι αυστηρό αλλά και γενναιόδωρο ταυτόχρονα. Σίγουρα όμως το κοινό που πάει θέατρο στη Θεσσαλονίκη είναι μικρότερο έναντι πχ. της Αθήνας, δεν υπάρχουν οι ίδιες δυνατότητες, θα έλεγα ότι υπάρχει μία αμέλεια της πολιτείας, τα ΔΗΠΕΘΕ φυτοζωούν έχοντας ελάχιστα χρήματα για να κάνουν παραστάσεις. Ένας ηθοποιός δεν μπορεί να πάει στην Αθήνα καταφέρνοντας και να δουλέψει αλλά και να ζήσει, όταν υπάρχει ένα συγκεκριμένο ταβάνι στον μισθό».

Κλείνοντας, έχετε δηλώσει ότι είστε ένας ολιγαρκής άνθρωπος που αυτό του παρέχει μία ελευθερία επιλογών, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα το οικονομικό πλαίσιο. Παράλληλα υπογραμμίσατε πως χρησιμοποιείτε τη δουλειά για να διώχνετε και τους φόβους σας. Τι είναι αυτό που μετά από τόσα χρόνια στην έκτη τέχνη αποφορτίζει τον Αργύρη Ξάφη στη ζωή; 

«Υπάρχουν πράγματα και γύρω από την τέχνη που με ευχαριστούν, μου δίνουν φοβερή ικανοποίηση, όπως πχ μου αρέσει και να παίζω και να ακούω μουσική. Παράλληλα έχω και έναν άλλο εαυτό, έχει ένα τεχνοκρατικό λογικό κομμάτι που έχει να κάνει με τους υπολογιστές, με τον κόσμο του bitcoin και της αποκεντρωμένης διοίκησης και εξουσίας, πώς δουλεύουν αυτά τα συστήματα. 

Είχα ξεκινήσει να σπουδάσω στο Πολυτεχνείο αλλά... πήγα μία φορά και έφυγα. Παρόλα αυτά, αυτό το κομμάτι του Αργύρη, με βοηθά να γειωθώ, σαν να ξύνω μολύβια θα έλεγα καλύτερα στο μυαλό μου, συνδέομαι με άλλα πράγματα, πιο πρακτικά και αυτό το δίπολο με κρατάει υγιή».

Image