Skip to main content

Ο Ηλίας Ζάικος των blues και της Θεσσαλονίκης

Τι λέει στη Voria.gr ο θρυλικός μπλουζίστας μετά την έκδοση του αυτοβιογραφικού βιβλίου «Ντόμπρα blues» - «Πίστευα και πιστεύω ακόμα πως θα πεθάνω παίζοντας, ποτέ δεν θα ’μαι μεγάλος, αταίριαστος ή αχρείαστος σε τούτη την τέχνη»

Τα 50 χρόνια είναι μια ολόκληρη ζωή. Ίσως και παραπάνω, όταν αφορά την επαγγελματική διαδρομή ταγμένων σε κάποιον σκοπό ή μία κατεύθυνση ανθρώπων. Γι’ αυτούς που η ζωή τους παρασημοφορεί ως πρωτοπόρους. Ο μισός αιώνας είναι, επίσης, ένα απολύτως κατάλληλο διάστημα για να διηγηθεί κανείς την πορεία του. Τις ιστορίες του. Διότι μέσα από αυτήν τη διαδικασία που σε συνδυασμό με τον χρόνο οδηγεί αυτονόητα στην ωριμότητα, ο ίδιος αφενός μπορεί να αναστοχαστεί όσα έζησε ή πέρασε και ενδεχομένως να τα δει κάπως πιο… λοξά και σε περισσότερο βάθος, ενώ αφετέρου να μεταδώσει εμπειρίες και εικόνες του στους υπόλοιπους, σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται. 

Με αυτά τα δεδομένα, το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ηλία Ζάικου «Ντόμπρα blues», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Oblik Editions της Θεσσαλονίκης, έρχεται την κατάλληλη στιγμή. Πολύ απλά επειδή ο πιο γνωστός Έλληνας μπλουζίστας -στην ουσία ο άνθρωπος στον οποίο οφείλεται η μπλουζ σκηνή στη χώρα μας- συμπληρώνει περίπου πέντε δεκαετίες διαδρομής στη μουσική σκηνή. Έχοντας ως βάση του πάντα τη Θεσσαλονίκη, κάτι που τώρα πια έχει τη σημασία του. Αφιερωμένος στα μπλουζ, που όλοι αναγνωρίζουν ως μήτρα για τη ροκ, την τζαζ, την ποπ, ακόμη και την πανκ ροκ, αλλά και τη ραπ. Και γι’ αυτό τα σέβονται απολύτως. Ακόμα κι όταν πρόκειται για μουσικούς ή για ακροατές με διαφορετικές προτεραιότητες. Όπως γράφει στο βιβλίο ο Ηλίας Ζάικος: «Σ’ αυτήν τη μουσική τιμάται ο μουσικός, του παρέχεται απλόχερα η δυνατότητα να εκφραστεί και να δημιουργήσει. Αυτό μαζί με την αίσθηση της αιωνιότητας που διακατέχει το μπλουζ μ’ αιχμαλώτισαν για τα καλά. Πάντα ένιωθα πως τα 12μετρα δεν έχουν ηλικία, το ίδιο κι οι εκφραστές τους. Πίστευα και πιστεύω ακόμα πως θα πεθάνω παίζοντας, ποτέ δεν θα ’μαι μεγάλος, αταίριαστος ή αχρείαστος σε τούτη την τέχνη, όπως κι ο καθένας που ασχολείται μαζί της». 

Image

 

Τα μπλουζ της… φωτιάς

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στη Voria.gr με αφορμή το βιβλίο -στην πραγματικότητα μια φιλική κουβέντα με τη συνοδεία καφέ- όταν μιλάει για τα μπλουζ ο Ζάικος… παίρνει φωτιά. Εκρήγνυται κανονικά μ’ εκείνον, όμως, τον ουσιαστικό τρόπο που διδάσκουν τα μπλουζ. «Πρόκειται για μια παραδοσιακή μουσική με δύναμη μεγατόνων. Με τη γλώσσα τους, τα αγγλικά, και το ζυγό μέτρημα του ρυθμού τους νιώθει άνετα οποιοσδήποτε. Όπως τα δικά μας τα ηπειρώτικα. Γι’ αυτό δεν θα σβήσει ποτέ. Διότι δεν έμεινε ποτέ αμέτοχη στις εξελίξεις. Τα μπλουζ πάντα έπαιρναν κι έδιναν, βρίσκονταν σε διάλογο με τα άλλα μουσικά είδη, την ποπ, την τζαζ, τη ροκ, ενώ δεν έχουν ηλικιακούς περιορισμούς, κάτι πολύ σημαντικό. Ένας από τους κύριους λόγους που αγάπησα το μπλουζ -κι ευτυχώς το συνειδητοποίησα νωρίς- είναι η αίσθηση πως βρήκα κάτι που δεν θα με προδώσει ποτέ. Την παρέα στην πορεία, στις χαρές και στις λύπες, στα δύσκολα και στα εύκολα. Θα γεράσω και θα πεθάνω μαζί τους. Είναι σαν σκύλος, που όμως θα ζήσει όσο κι εγώ. Επίσης δεν ξεκινάει κανείς να παίξει αυτήν τη μουσική για ευτελείς λόγους. Ούτε για τα λεφτά ούτε για τη δόξα. Εγώ την πιο ένδοξη στιγμή μου -ένα κάποιου τύπου standing ovation- τη θυμάμαι σ’ ένα μπαρ πριν από 20 ίσως και περισσότερα χρόνια, κάπου στην Αυστρία, όταν παίζαμε για καμιά 20αριά όλους κι όλους ακροατές, μυημένους στα μπλουζ, οι οποίοι μας αποθέωσαν».   

Προφανώς για το βιβλίο του Ηλία Ζάικου το κατάλληλο σάουντρακ εμπεριέχει κυρίως μπλουζ τραγούδια, πολλά εκ των οποίων είναι δικά του. Στην ουσία και οι 380τόσες σελίδες είναι αφιερωμένες στα μπλουζ, αλλά υπάρχουν και κάποιες… παρασπονδίες. Για παράδειγμα, όταν γράφει για τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά που άκουγε μικρός στο σπίτι του, αφού αυτές ήταν οι επιλογές των γονιών του. Ή όταν αναφέρεται στα εφηβικά ακούσματα και τις αναζητήσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1980, που μοιραία περιείχαν ισχυρές δόσεις ροκ μουσικής και… ανάλογης μυθολογίας. Αλλά ακόμη κι όταν, ενώ βρίσκεται περίκλειστος -σχεδόν φυλακισμένος- στο αυτοκίνητό του, λόγω του κυκλοφοριακού της Θεσσαλονίκης, πετυχαίνει στο ραδιόφωνο ένα κομμάτι του Τζίμι Χέντριξ βρίσκει ευκαιρία να στοχαστεί για τη μουσική. «Νομίζω πως ο Hendrix ήταν ένα πολύχρωμο σφουγγάρι, απομυζούσε κάθε ήχο στο διάβα του κι όταν ανέβαινε στα πάλκα μετουσιωνόταν σε πυροτέχνημα, η λάμψη κι ο ήχος του ήταν ανεπανάληπτα. Σχεδόν κάθε στιλ μουσικής ήταν παρόν στα κομμάτια του, βουτηγμένο σε κάποιο ψυχεδελικό κοκτέιλ δονήσεων και ηδονής, εκπεφρασμένο από έναν αυθεντικό μάγο, έναν ιεροφάντη του πενταγράμμου». 

Image

 

 

Συνεχίζει με πάθος

Σήμερα, στα 65 του χρόνια, ο Ζάικος συνεχίζει να γράφει και να ηχογραφεί τα δικά του κομμάτια, με εφηβικό πάθος. Το αντιλαμβάνεται κανείς αυτό όταν συζητάει μαζί του με αφορμή το βιβλίο. Στην παρατήρηση για τον τίτλο «Ντόμπρα blues», τον συνδέει αμέσως με το εξώφυλλο της εξαιρετικά καλαίσθητης έκδοσης, το οποίο κοσμεί ένας πίνακας του ζωγράφου Θωμά Βενετούλια. Μια εικόνα της Θεσσαλονίκης του 1980, που έχει στο επίκεντρό της μια πινακίδα με προορισμούς, στο κέντρο της οποία το τόξο δείχνει τη Φλώρινα, της περιοχή της καταγωγής των γονιών του, που και ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά. «Επίσης η λέξη "Ντόμπρα" έχει διπλή σημασία» εξηγεί. «Από τη μια σημαίνει την ευθύτητα, την ειλικρίνεια. Από την άλλη στη Δυτική Μακεδονία, όπου υπάρχουν σλαβικές γλωσσικές επιρροές, σημαίνει ένα κάποιου τύπου ΟΚ!. Ένα εντάξει, μια κατάφαση μαζί με την έννοια του "μια χαρά" και του "όμορφα". Όσο για το blues είναι αυτονόητο να με συνοδεύει και στο βιβλίο». Βέβαια γι’ αυτό καθαυτό το βιβλίο δεν διστάζει να ομολογήσει ότι δεν σκεφτόταν ποτέ την έκδοσή του, διότι δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το όνομά του θα έμπαινε στη θέση του συγγραφέα. Ας όψονται, όμως, δύο παράγοντες: η πανδημία του Covid-19 με τους εγκλεισμούς της και τα κοινωνικά δίκτυα, μέσω των οποίων εκτόνωνε την πίεση από την απραξία των lockdown γράφοντας κείμενα. Κάποια στιγμή, μάλιστα, όταν χάκαραν το προφίλ του στο facebook κι έχασε πολλά από αυτά τα κείμενα, αναγκάστηκε να τα ξαναγράψει σε μορφή που τελικά αποτέλεσαν τον κορμό του βιβλίου.  

Θρυλικά ονόματα 

Το βιβλίο του Ζάικου είναι γεμάτο εικόνες, ιστορίες και εμπειρίες από τα συγκροτήματα, τις συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά και τις συνεργασίες με γνωστούς μουσικούς, καθώς όλα αυτά τα χρόνια οι Blues Wire, με τους οποίους ο κιθαρίστας και τραγουδιστής πορεύεται, έχουν συνυπάρξει επί σκηνής με θρυλικά πρόσωπα της παγκόσμιας blues σκηνής. Ανάμεσά τους ο Danny Hayes, ο John Hammond, η Big time Sarah, ο Ron Abrams, ο Al Copley, ο Louissiana Red και η Maxine Howard, που στην πρόβα κάπου στη Λάρισα του είπε το θεϊκό «να παίξεις με την κιθάρα σου κι όχι την κιθάρα σου». Και όπως είναι φυσικό στις σελίδες του «Ντόμπρα blues» υπάρχουν αυξημένες δόσεις Θεσσαλονίκης, αφού -σύμφωνα με τον Ζάικο- «είναι το σπίτι μας, που το αγαπάμε και το τιμάμε, κι ας είναι μια θρησκόληπτη πόλη με ιδιαίτερη προτίμηση στα σκυλάδικα».     

Αν και μπαρουτοκαπνισμένος ο Ηλίας Ζάικος δεν κρύβει πως τώρα πια θα ήθελε ορισμένα πράγματα να ήταν πιο εύκολα και περισσότερο άνετα. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά: «Έχουμε ηχογραφήσει με το συγκρότημα πάνω από 25 δίσκους και αν θυμάμαι καλά μόνο ένας μάς πήρε περισσότερες από 25 – 30 ώρες στο στούντιο. Πάντα υπήρχε πίεση. Ενώ θα ήθελα, πλέον, να λέω περισσότερα όχι για εμφανίσεις, απ’ όσα ούτως ή άλλως λέω πια». Αλλά έστω κι έτσι το μουσικό στίγμα των Blues Wire και το δικό του έχουν μείνει. Άλλωστε -όπως λέει- «ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι ένας εν δυνάμει επαναστάτης, αφού αυτό που θέλει είναι να φτιάξει έναν πιο όμορφο κόσμο».