Skip to main content

Καμπανάκι Καραμανλή για κίνδυνο θεσμικής, πολιτικής και εθνικής κρίσης

«Η αποκατάσταση του σεβασμού και της εμπιστοσύνης των πολιτών απαιτεί εργώδη και τιτάνια προσπάθεια» - Παρών και ο Αντώνης Σαμαράς στην εκδήλωση

Τον ορατό κίνδυνο μιας γενικευμένης κρίσης των θεσμών στην παρούσα συγκυρία, τόνισε ο πρώην πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής, σε ομιλία του σε εκδήλωση προς τιμήν της πρώην προέδρου της Βουλής, Άννας Ψαρούδα Μπενάκη, προσθέτοντας πως η Ιστορία διδάσκει πως στην Ελλάδα τέτοιου είδους κρίσεις συμπίπτουν με εθνικές κρίσεις.

Όπως επισήμανε ο Κώστας Καραμανλής, «η πολιτική ομαλότητα, ιδιαίτερα η κοινοβουλευτική δημοκρατία, έχουν ως θεμελιώδες προαπαιτούμενο την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών, την εμπέδωση κράτους δικαίου, την ουσιαστική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Όταν αυτά αμφισβητούνται, όταν ένα πολύ μεγάλο τμήμα της κοινωνίας και μάλιστα διαρκώς διευρυνόμενο, πιστεύει ότι αυτά δεν ισχύουν, ότι οι ευαίσθητοι θεσμοί χειραγωγούνται, ότι το κοινοβούλιο υποβαθμίζεται, ότι οι κυβερνήσεις αγνοούν τις ανάγκες της και δεν καταλαβαίνουν τις αγωνίες της, ότι οι ισχυροί δεν ελέγχονται, ότι η αυστηρότητα του κράτους εξαντλείται επί των λιγότερο ευνοημένων πολιτών τότε έχουμε κρίση».

Παρών στην εκδήλωση ήταν και ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος είχε θερμή χειραψία με τον πρώην πρωθυπουργό.

Ο κ. Καραμανλής έπλεξε το εγκώμιο της πρώην Προέδρου της Βουλής, Άννας Ψαρούδα-Μπενάκη και αναφέρθηκε στους σταθμούς της επιστημονικής, ακαδημαϊκής και πολιτικής της καριέρας.

Όπως είπε ο πρώην πρωθυπουργός,«ως Πρόεδρος της Βουλής, με σεμνότητα, με μετριοπάθεια, σοβαρότητα και υπευθυνότητα ακολούθησε πάντα τη νομιμότητα και τη διαμορφωμένη κοινοβουλευτική παράδοση. Έδωσε τις ευκαιρίες που επέτρεπε ο Κανονισμός της Βουλής ώστε όλοι οι βουλευτές να έχουν ευχέρεια και ελευθερία λόγου. Τήρησε με ευλάβεια τις εξαιρετικά λεπτές και ενίοτε δύσκολες ισορροπίες μεταξύ των κομμάτων και προάσπισε το κύρος του βουλευτή και του θεσμού. Σοβαρή αλλά προσηνής. Αυστηρή αλλά πάντα ευγενής. Μαχητική, με ισχυρή επιχειρηματολογία, αλλά με ανυποχώρητο σεβασμό στην αντίθετη άποψη. Οι σχέσεις της με τους προέδρους των κομμάτων, τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους, τους αντιπροέδρους της Βουλής και τους βουλευτές ήταν εγκάρδιες και αποδοτικές».

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην πορεία της στον χώρο της πολιτικής «μία από τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αυτών που ασχολούνται ενεργά με τα κοινά είναι το κίνητρο που τους ωθεί στην πολιτική. Υπάρχουν αυτοί που τους σαγηνεύει η εξουσία, η δύναμη της επιβολής επί των άλλων, η ανάγκη για αναγνώριση και αποδοχή, ενίοτε δυστυχώς ακόμα και ο προσπορισμός υλικού οφέλους. Υπάρχουν όμως και εκείνοι που θέλουν να προσφέρουν στον τόπο και τους συνανθρώπους τους, που δεν συμβιβάζονται στις αρχές τους, που θέτουν στην υπηρεσία του δημοσίου συμφέροντος τις ικανότητες, τις γνώσεις, την εμπειρία τους. Ίσως πάνω απ΄όλα το ενάρετο παράδειγμά τους. Σ’ αυτούς ανήκει και η Άννα. Αυτούς που πέρα από τις πραγματικές τους προσπάθειες και υπηρεσίες, η μεγαλύτερη συνεισφορά τους είναι το φωτεινό παράδειγμα. Το ότι με τον χαρακτήρα και την στάση τους διαψεύδουν την διογκούμενη αντίληψη απαξίωσης των πολιτικών και αποκαθιστούν την χαμένη λάμψη και το κύρος της πολιτικής».

Και συνέχισε την ομιλία του: «Η ακαδημαϊκή της ιδιότητα ως καθηγήτρια του Ποινικού Δικαίου, η μακρά κοινοβουλευτική της διαδρομή, η θητεία της στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και βέβαια η Προεδρία της Βουλής, είχαν ως φυσικό επακόλουθο την ιδιαίτερη σημασία που απέδιδε στον σεβασμό των θεσμών και την απρόσκοπτη λειτουργία τους. Πρωτίστως του Κοινοβουλίου και της Δικαιοσύνης. Κατά την άποψή μου απολύτως ορθά.

Διότι η πολιτική ομαλότητα, ιδιαίτερα η κοινοβουλευτική δημοκρατία, έχουν ως θεμελιώδες προαπαιτούμενο την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών, την εμπέδωση κράτους δικαίου, την ουσιαστική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Όταν αυτά αμφισβητούνται, όταν ένα πολύ μεγάλο τμήμα της κοινωνίας και μάλιστα διαρκώς διευρυνόμενο, πιστεύει ότι αυτά δεν ισχύουν, ότι οι ευαίσθητοι θεσμοί χειραγωγούνται, ότι το κοινοβούλιο υποβαθμίζεται, ότι οι κυβερνήσεις αγνοούν τις ανάγκες της και δεν καταλαβαίνουν τις αγωνίες της, ότι οι ισχυροί δεν ελέγχονται, ότι η αυστηρότητα του κράτους εξαντλείται επί των λιγότερο ευνοημένων πολιτών τότε έχουμε κρίση. Κρίση απαξίωσης, κρίση απονομιμοποίησης, κρίση αμφισβήτησης και απόρριψης του θεσμικού πλαισίου και του πολιτικού συστήματος. Τα φαινόμενα αυτά είναι υπαρκτά, δεν απέχουν από την κρατούσα σήμερα κοινωνική αντίληψη και διεθνώς και στην Ευρώπη και στην χώρα μας.
Η αποκατάσταση του σεβασμού και της εμπιστοσύνης των πολιτών απαιτεί εργώδη και τιτάνια προσπάθεια. Αν αποβεί ανέφικτη ή άκαρπη οδεύουμε προς μείζονα θεσμική κρίση. Αν υποτιμηθεί ή αγνοηθεί βαδίζουμε ολοταχώς σε πολιτική κρίση πρώτου μεγέθους. Σημειώνω, ότι η ιστορία μας διδάσκει ότι τέτοιου είδους κρίσεις, στην περίπτωση της Ελλάδας λόγω πρωτίστως γεωπολιτικών συνθηκών, συμπίπτουν σχεδόν πάντοτε με εθνικές κρίσεις.

Σε συνέντευξή της το 2007 η Άννα Ψαρούδα Μπενάκη εκμυστηρευόταν: "Αυτό που έχει σημασία είναι όταν φτάσει η ώρα της αποχώρησης να νιώθει κανείς ότι ήταν πάνω απ΄ όλα έντιμος απέναντι στον εαυτό του και σε αυτούς που τον εμπιστεύτηκαν. Και πιστεύω ότι όταν φτάσει η δική μου ώρα να αποχωρήσω από την ενεργό πολιτική αυτό θα το έχω επιτύχει".

Κυρία Πρόεδρε, αγαπητή Άννα,

όσοι βρεθήκαμε εδώ, αλλά και πολλοί περισσότεροι που θα ήθελαν να είναι απόψε μαζί σου, σε διαβεβαιώνουμε ότι το πέτυχες στο απόλυτο».