Το πώς καταρρέουν τα όνειρα ενός ανθρώπου που ήθελε να ζήσει το αμερικανικό όνειρο στις ΗΠΑ του μεσοπολέμου και η αναγωγή του στο σήμερα αποτέλεσαν το αντικείμενο της συζήτησης που πραγματοποιήθηκε χθες το βράδυ στον κινηματογράφο Βακούρα, στη Θεσσαλονίκη, μετά την προβολή της ταινίας «Ο θάνατος του εμποράκου» από το Κέντρο Μελετών για το Σινεμά (ΚΕΜΕΣ).
Η διάσημη ταινία με πρωταγωνιστές τους Ντάστιν Χόφμαν και Τζον Μάλκοβιτς, που βασίζεται στο θεατρικό έργο του Άρθουρ Μίλερ, πραγματεύεται τη ζωή του Γουίλι Λόμαν, ενός Αμερικανού εμπόρου που, με τα μαρξιστικά εργαλεία ανάλυσης, χαρακτηρίζεται ως η προσωποποίηση του μικροαστού. Ο πρωταγωνιστής ανάλωσε τη ζωή του κυνηγώντας το αμερικανικό όνειρο και νιώθει ότι όλα πήγαν στραβά στη ζωή του. Κουρασμένος και γερασμένος την αναπολεί, αναζητώντας το μερίδιο που θεωρεί ότι του αναλογεί στην επιτυχία. Προσπαθεί να ζήσει ξανά τη ζωή του μέσα από τους γιους του, έτσι όμως καταστρέφει χωρίς να το θέλει ή να το καταλαβαίνει, σιγά σιγά τα παιδιά του και τη γυναίκα του, τη μοναδική σανίδα σωτηρίας του.
Στην εκδήλωση τοποθετήθηκαν η τομεάρχης Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και βουλεύτρια Έφη Αχτσιόγλου, ο δημοσιογράφος, κριτικός κινηματογράφου και αντιπρόεδρος του ΚΕΜΕΣ Στράτος Κερσανίδης, ο εργατολόγος και ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ Άρις Καζάκος και ο κριτικός κινηματογράφου Πάνος Αχτσιόγλου, ενώ ακολούθησε συζήτηση με το κοινό που παρακολούθησε την ταινία.
Η Έφη Αχτσιόγλου στην τοποθέτησή της αναφέρθηκε στη σύνδεση της τέχνης με την πολιτική και το πώς το αμερικανικό όνειρο τελικά δείχνει τα αδιέξοδα του καπιταλισμού. Σχολιάζοντας την ταινία σημείωσε ότι «ένας περιπλανώμενος άνθρωπος βρίσκεται κυριολεκτικά στα όρια της ύπαρξής του και έρχεται αντιμέτωπος με τα προσωπικά του αδιέξοδα. Δεν είναι μοναδική περίπτωση έργου εκείνης της περιόδου που επικεντρώνει στο υπαρξιακό αδιέξοδο του ανθρώπου, στον ανώνυμο δηλαδή άνθρωπο που βιώνει τη δική του κρίση. Είναι μια σειρά από τέτοια έργα που δείχνουν ακριβώς την αποτύπωση που είχε η οικονομική κρίση του 1929 και η κατάρρευση του ατομικού ονείρου».
Για την ίδια, όπως τόνισε, το ερώτημα είναι γιατί αυτό το έργο χαρακτηρίστηκε εκείνην την εποχή ως μαρξιστική προπαγάνδα. «Γιατί ενώ παρακολουθούμε ένα έργο κοινωνικό, ένα κοινωνικό δράμα, στο τέλος χαρακτηρίστηκε μαρξιστική προπαγάνδα; Τι είναι το πολιτικό που εισφέρει αυτό το έργο; Νομίζω πως δείχνει ακριβώς τα όρια του αμερικανικού ονείρου. Ότι υπάρχει κοινωνικό όριο στο αμερικανικό όνειρο και τελικά δείχνει τα αδιέξοδα του καπιταλισμού και για αυτό, τότε, θεωρήθηκε μαρξιστική προπαγάνδα. Γιατί δείχνει ότι το κοινωνικό ζήτημα μπορεί να είναι ίσο με τον μαρξισμό. Θέτει πια κατάματά μας, όπως και άλλα έργα που τόλμησαν να κάνουν αυτό, την κατάρρευση αυτού του συστήματος και αυτής της ιδέας που έλεγε ότι "η μηδενική παρέμβαση στην αγορά, οι ατομικές πορείες χωρίς καμία δικλείδα ασφαλείας και χωρίς καμία ρύθμιση μπορούν να φέρουν τη μεγαλύτερη δυνατή ευμάρεια για τον κάθε έναν ξεχωριστά"».
Το έργο, σύμφωνα με τη βουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δημιουργούσε κοινωνικό πρόβλημα που έθετε μπροστά στα μάτια των πολλών την πολιτική συζήτηση. «Δεν ήταν ότι οι ηθοποιοί εκείνης της περιόδου ήταν κομμουνιστές ως πρόσωπα. Ήταν γιατί το ζήτημα που έβγαινε μπροστά ήταν το κοινωνικό ζήτημα, που αυτό θέτει μπροστά τα αδιέξοδα του καπιταλισμού. Για αυτό στη συνέχεια στο κομβικό επίπεδο της εποχής ήρθε ο Ρούσβελτ και έθεσε σειρά από δικλείδες ασφαλείας στην κοινωνία των ΗΠΑ. Μπήκε στην πολιτική για πρώτη φορά η ιδέα ότι πρέπει να υπάρχει η κρατική παρέμβαση στην αγορά και πρέπει να υπάρχουν θεσμοθετημένες δικλείδες ασφαλείας. Διαφορετικά όλα μπορούν να καταρρεύσουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο ίδιος ο Ρούσβελτ θεωρούσε ότι τα μέτρα που λαμβάνει, όπως η διαιτησία κεφαλαίου-εργασίας, η κοινωνική ασφάλιση και άλλα, είναι ο τρόπος για να αποφευχθεί η επανάσταση, παρά του αντιθέτου που πίστευαν αρκετοί εκείνην την περίοδο. Άμβλυνε κατ' ουσίαν τις κοινωνικές ανισότητες».
Η Έφη Αχτσιόγλου έκανε δύο συγκεκριμένες παρατηρήσεις για την ταινία με βάση το σήμερα. Η πρώτη αφορά την τέχνη της τωρινής εποχής και η δεύτερη για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική. Διερωτήθηκε «εάν έχουμε τέχνη σήμερα η οποία να φέρνει μπροστά το κοινωνικό ζήτημα» και πρόσθεσε ότι κατά τη γνώμη της «η τέχνη που μιλάει για το κοινωνικό ζήτημα δεν είναι μια μπροσούρα για το τι πρέπει να κάνεις, δεν βάζει κανόνες, αυτό ίσως είναι η δουλειά της πολιτικής που έχει περισσότερο ρυθμιστικό ρόλο».
Όσον αφορά την πολιτική παρατήρηση, υπογράμμισε ότι πλέον βρισκόμαστε πάλι σε έναν οικονομικό κλυδωνισμό με την παγκόσμια οικονομική και ανθρωπιστική κρίση που υπάρχει, τονίζοντας όμως ότι δεν τη βιώνουν όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο. «Κάποιες χώρες τη βιώνουν πιο σκληρά όπως η δικιά μας και κάποιοι πολίτες ακόμη πιο σκληρά από κάποιους άλλους. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπάρχει επένδυση στην εργασία, δεν υπάρχουν προσωπικές δικλείδες για τους εργαζόμενους καθώς οι μισθοί αφήνονται καθηλωμένοι αλλά και δεν υπάρχουν οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, με αποτέλεσμα να σαρώνεται ο κόσμος της εργασίας και να μειώνεται η αγοραστική τους δύναμη από την πληθωριστική κρίση».
Όπως τόνισε, «αυτό συμβαίνει γιατί η αγορά αφήνεται ανεξέλεγκτη να λειτουργεί με όρους καρτέλ για να κερδοσκοπεί στις πλάτες των πολιτών. Αυτό μας δείχνει τι γίνεται όταν έχεις μια αγορά που δεν υπάρχει κρατική παρέμβαση με κοινωνικούς όρους και αυτό συμβαίνει γιατί συμπυκνώνεται ακόμη περισσότερο το πεδίο του δημόσιου και κοινωνικού αγαθού και γίνεται μέρος της αγοράς. Αυτό αφορά παραδείγματος χάρη στην ενέργεια, το νερό, την παιδεία, την υγεία, τη συρρίκνωση συνεχώς αυτού του τμήματος που θα έπρεπε να είναι δημόσιο αγαθό και του οποίου υπάρχουν δικαιώματα του καθενός από εμάς και της κοινωνίας συνολικά», πρόσθεσε.
Αναφέρθηκε ακόμη στα τελευταία αναγνώσματά της, τονίζοντας ότι το τελευταίο διάστημα διαβάζει βιβλία του Εντουάρ Λουί, λέγοντας ότι είναι η πιο πολιτική μορφή τέχνης που έχει δει τον τελευταίο καιρό. «Ένας νέος άνθρωπος από τη Γαλλία που μιλάει με αυτογραφικό τρόπο για τα ζητήματα που βιώνει σε μια σκληρή επαρχία της Γαλλίας, με έναν αρκετά καταπιεστικό πατέρα και τις δυσκολίες της εργατικής τάξης. Φέρνει μπροστά μας με έναν τόσο σύγχρονο τρόπο το κοινωνικό ζήτημα. Τι λέει τελικά; Αυτό που λέει και η ταινία. Ότι η πολιτική έχει σημασία για τις ζωές μας, για την καθημερινότητά μας, των εργαζόμενων, των περιπλανώμενων».
Η τομεάρχης Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τόνισε ότι στην ταινία, δύο εκ των πρωταγωνιστών της, κατέληξαν στην παραδοχή ότι είναι «αποτυχημένοι» με βάση τα καλούπια και τα στερεότυπα που τους τέθηκαν. Όσον αφορά τη ματαίωση και τα όνειρα που χάνονται, υπογράμμισε ότι δεν αντιμετωπίζεται αναμένοντας «πότε θα έρθει η γη της επαγγελίας». Αλλά, σύμφωνα με την ίδια, «τη ματαίωση την πολεμάς με μικρές νίκες σε αυτό που ζεις σήμερα, που μπορούν να επιτευχθούν στα εργασιακά, στην υπόθεση του νερού και άλλες υποθέσεις». Δηλαδή, όπως κατέληξε, «το πώς μπορείς στο σήμερα να πετύχεις μικρές νίκες που να σου εξασφαλίζουν στο υλικό επίπεδο κάτι περιορισμένο αλλά κυρίως στο ιδεολογικό επίπεδο την προοπτική ότι κάτι μπορεί να αλλάξει».
Ο δημοσιογράφος, κριτικός κινηματογράφου και αντιπρόεδρος του ΚΕΜΕΣ Στράτος Κερσανίδης αναφέρθηκε σε σημεία της ταινίας, περιγράφοντας τα χαρακτηριστικά της εποχής που γράφτηκε το θεατρικό έργο. «Θύμα της αντικομμουνιστικής υστερίας που επικρατούσε ήταν και ο ίδιος ο Άρθουρ Μίλερ ο οποίος καταδικάστηκε επειδή αρνήθηκε να καταδώσει κομμουνιστές συναδέλφους του. Ήταν η εποχή που οι άνθρωποι πίστευαν ότι μπορούν να πετύχουν τα πάντα αρκεί να έχουν στόχους και όνειρα και να εργάζονται σκληρά για να τα πετύχουν. Ήταν το μεγάλο καπιταλιστικό όνειρο για μια κοινωνία που δίνει ευκαιρίες σε όλους αρκεί να ξέρουν πως να τις εκμεταλλευτούν. Ο Άρθουρ Μίλερ μέσα από την ιστορία κονιορτοποίησε το παραμύθι του αμερικανικού ονείρου αναδεικνύοντας την απατηλότητα του ονείρου. Το θεατρικό έργο μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη το 1961, κατακτώντας 4 χρυσές σφαίρες και προτάθηκε για πέντε Όσκαρ. Το 1985 μεταφέρθηκε εκ νέου (σ.σ. η ταινία που προβλήθηκε χθες). Η εμπνευσμένη προσέγγιση του έργου από τον σκηνοθέτη Σλέντορφ έχει ως αποτέλεσμα μια πολύ δυνατή κινηματογραφική ταινία που ενώ παραπέμπει σε θέατρο, δεν παύει να είναι σινεμά. Η ταινία μιλάει για την ψευδαίσθηση του ονείρου και μαζί με αυτήν διανύεται το κύτταρο της κοινωνίας που είναι η οικογένεια, που αποτελεί μικρογραφία της ταξικής κοινωνίας». Τέλος, στάθηκε στον χαρακτήρα της μητέρας στην ταινία, τονίζοντας ότι ο Άρθουρ Μίλερ δεν θα μπορούσε να αφήσει εκτός την κοινωνική παράμετρο της πατριαρχίας και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.
Ο εργατολόγος και ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ Άρις Καζάκος τόνισε ότι το αμερικανικό όνειρο δημιουργήθηκε γύρω από ένα φετίχ πλουτισμού και κοινωνικής ανόδου, στον οποίο πλουτισμό θυσιάζονται τα πάντα. «Το 1949 που γράφεται στο έργο στην Ελλάδα τελειώνει ο εμφύλιος. Σε ό,τι αφορά το αμερικανικό όνειρο πρέπει να παραδεχθούμε ότι μας έχει επηρεάσει όλους. Σε εποχές κρίσεις αντιλαμβανόμαστε τα όρια και την παγίδα που έχουμε πέσει. Είναι πολύ μακρινό και φαντάζει λίγο παράξενο να θυμηθούμε αυτό που είχε γράψει ο Μάρκος Αυρήλιος "μια ευτυχισμένη ζωή μπορεί να γεννιέται με πολύ λίγα πράγματα. Η εποχή δείχνει κάτι πολύ διαφορετικό. Τα όνειρά μας μάλλον πρέπει να ανατροφοδοτούνται από καιρό σε καιρό"».
Τοποθέτηση στην εκδήλωση πραγματοποίησε και ο κριτικός κινηματογράφου Πάνος Αχτσιόγλου, εκφράζοντας την άποψη ότι η ταινία δεν αναφέρεται στην ισοπέδωση του αμερικανικού ονείρου αλλά μιλάει για την ισοπέδωση της αυταπάτης του αμερικανικού ονείρου.
Υπενθυμίζεται ότι το Κέντρο Μελετών για το Σινεμά πραγματοποιούνται κάθε εβδομάδα προβολές ταινιών, ενώ η συγκεκριμένη προβολή έγινε στο πλαίσιο του εορτασμού των 10 χρόνων του ΚΕΜΕΣ. Στο ίδιο πλαίσιο αναμένεται να πραγματοποιηθούν και άλλες προβολές στις οποίες θα τοποθετηθούν σημαντικοί άνθρωποι του πολιτισμού και όχι μόνο.
Τον συντονισμό της εκδήλωσης πραγματοποίησε ο Αλέξης Δερμεντζόγλου, δημοσιογράφος, κριτικός κινηματογράφου, συγγραφέας και πρόεδρος του ΚΕΜΕΣ.
Δείτε φωτογραφίες από την εκδήλωση: