Σε μια χώρα που δοκιμάζεται διαρκώς, η αντοχή έχει αναχθεί σχεδόν σε εθνικό χαρακτηριστικό. Μια κοινωνία που έμαθε να αντέχει κρίσεις, αδικίες και θεσμικές εκπτώσεις, να προχωρά ακόμη κι όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται.
Όμως η αντοχή, όταν γίνεται μόνιμη συνθήκη, παύει να είναι δύναμη και μετατρέπεται σε ανοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι η φράση «έμεινες εκείνο το παιδί που αντέχει», από τον ΛΕΞ στους στίχους του τραγουδιού "Αλήτικη Αγάπη", αποκτά σήμερα μια ευρύτερη πολιτική διάσταση.
Δεν περιγράφει μόνο μια προσωπική στάση απέναντι στις δυσκολίες, αλλά αποτυπώνει και μια συλλογική πραγματικότητα: μια κοινωνία που έχει μάθει να αντέχει περισσότερα απ’ όσα θα έπρεπε.
Όμως τα όρια αυτής της αντοχής είναι πλέον ορατά. Ζητήματα που έχουν ανακύψει τα τελευταία χρόνια — από τα σκάνδαλα του ΟΠΕΚΕΠΕ έως την υπόθεση του Predator και τη διαρκή αίσθηση ότι η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με την ίδια αποτελεσματικότητα και ταχύτητα για όλους — δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένα περιστατικά.
Συνθέτουν ένα μοτίβο που επηρεάζει τη θεσμική αξιοπιστία και ενισχύει την αποστασιοποίηση των πολιτών από το κράτος. Σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να παραμένει διάχυτη ή αφηρημένη. Σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό σύστημα, η κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας φέρει την τελική ευθύνη για τη συνολική εικόνα της διακυβέρνησης. Ο πρωθυπουργός δεν αξιολογείται μόνο για τις προθέσεις του, αλλά κυρίως για τα αποτελέσματα, τη λειτουργία των θεσμών και την εμπιστοσύνη που εμπνέουν οι επιλογές της κυβέρνησής του.
Η διαχείριση της εικόνας, η καθυστέρηση στην απόδοση ευθυνών ή η αποστασιοποίηση από κρίσιμα ζητήματα δεν αποτελούν ουδετερότητα. Αποτελούν πολιτικές επιλογές με συνέπειες. Και όσο αυτές οι πρακτικές παγιώνονται, τόσο διευρύνεται το χάσμα ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα.
Για χρόνια, η κοινωνία έμεινε «το παιδί που αντέχει». Σήμερα, όμως, αυτό δεν αρκεί. Γιατί η αντοχή δεν μπορεί να υποκαθιστά την προοπτική. Δεν μπορεί να αντικαθιστά τη λειτουργία των θεσμών ούτε να καλύπτει την ανάγκη για διαφάνεια, λογοδοσία και ισονομία.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ανάγκη για πολιτική αλλαγή. Όχι ως τιμωρητική λογική, αλλά ως δημοκρατική αναγκαιότητα. Ως επαναφορά της ισορροπίας ανάμεσα στην εξουσία και τον πολίτη, με ενίσχυση των θεσμών, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και σαφείς κανόνες λογοδοσίας. Η χώρα δεν αρκεί να συνεχίσει να αντέχει. Χρειάζεται να προχωρήσει. Και αυτή η πρόοδος προϋποθέτει μια διαφορετική πολιτική κατεύθυνση, με προτεραιότητα τη διαφάνεια, τη θεσμική σοβαρότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη — αξίες που ιστορικά εκφράζονται από τον χώρο της προοδευτικής παράταξης και το ΠΑΣΟΚ. Γιατί τελικά, το ζητούμενο δεν είναι πόσο ακόμη μπορεί να αντέξει μια κοινωνία. Είναι αν θα αποφασίσει να αλλάξει.
