Skip to main content

Παναγιώτης Γιαννάκης - Όταν η Voria συνάντησε τον Δράκο: Ο έρωτας του ΄87 που έγινε αγάπη το 2005

Το χαμένο όνειρο του NBA, το έπος του 87', η ολοκλήρωση σε Βελιγράδι και Σαϊτάμα - Ο Άρης ορόσημο ενός ολόκληρου λαού, ο Νίκος Γκάλης και τα αξέχαστα ντέρμπι με τον ΠΑΟΚ. Τρωτός-άτρωτος...

Η Αμερικανίδα συγγραφέας Ούρσουλα Λε Γκουίν είχε αναφέρει στο βιβλίο της «A Wizard of Earthsea» (Ο μάγος του αρχιπελάγους) πως «είναι άλλο να διαβάζεις για δράκους και άλλο να τους συναντάς».

Όταν μάλιστα αποστολή σου είναι... να κλέψεις έναν δράκο, τότε ο πήχης ανεβαίνει και η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Αυτό καταφέραμε να κάνουμε στη Voria.gr, να μεταφέρουμε λίγες στιγμές από τη μυθιστορηματική ζωή του Παναγιώτη Γιαννάκη, του δράκου που σημάδεψε το ελληνικό μπάσκετ και όχι μόνο, πριν από την παρουσίαση του βιβλίου «Τρωτός Άτρωτος», με πρωταγωνιστή τον ίδιο και συγγραφέα τον Παντελή Βλαχόπουλο, την περασμένη Δευτέρα (2/12) στο Ολυμπιακό Μουσείο Θεσσαλονίκης.

Η παρουσία του και μόνο προκαλεί δέος, ακόμη και σε νεότερες γενιές που δεν τον έζησαν να μεσουρανεί στα παρκέ, τόσο με αθλητική περιβολή, όσο και στην άκρη του πάγκου, κόουτς γαρ. Και αν στα 65 του χρόνια, τα μαλλιά είναι αναπόφευκτο να ασπρίσουν, κρύβοντας τη σοφία της διαχείρισης 24 δευτερολέπτων επί μίας ολόκληρης ζωής, υπάρχει το εγκάρδιο χαμόγελό του που σε καλεί κοντά, σαν να σε γνωρίζει καιρό, σε θεωρεί παιδί του από την πρώτη ματιά.

«Θα έδινες κάτι σκριν εσύ ρε φίλε...», λέει κοιτώντας με και σε δευτερόλεπτα πέρασε από το μυαλό η σκέψη «βρε μπας και έκανα λάθος που δεν ανέπτυξα στενότερη σχέση με την πορτοκαλί; Έχοντας προπονήσει Λάζαρο, Σόφο και τόσους άλλους, κόβει το μάτι του...».

Επιστροφή στην πραγματικότητα όμως και στο λυκόφως των 30 μου καλαθοσφαιριστής δεν μπορώ να γίνω, παρά μονάχα -ρεαλιστικά- πομπός αφηγήσεων, όπως αυτών που μας χάρισε απλόχερα ο εμβληματικός Παναγιώτης Γιαννάκης.

Μας ξανασυστήνεται πλέον ως... τρωτός άτρωτος. Μία αντίθεση που τον σημάδεψε τόσο στα παρκέ, όσο και στη ζωή του γενικότερα. Οι μεγαλύτερες ήττες του ήταν πάντοτε και οι μεγαλύτερές του νίκες. Κάνει το τζάμπολ για τη Voria.gr και γελώντας αναφέρει...

«Τι να πρωτοθυμηθώ, πραγματικά κάτι που με συγκλόνισε ως παίκτης ήταν όταν χτύπησα το γόνατό μου προσπαθώντας να παίξω στους τότε πρωταθλητές του NBA Μπόστον Σέλτικς, ήμουν εκεί για να με δοκιμάσουν. Μπήκα στο χειρουργείο και όταν ξύπνησα, ήρθαν οι γιατροί και μου είπαν ''καθαρίσαμε το γόνατό σας για να φύγει το πρήξιμο και η φλεγμονή κάτω από την επιγονατίδα αλλά οι πρόσθιοι χιαστοί είναι κατεστραμμένοι και θα χρειαστούν 2-3 εγχειρήσεις μεταμόσχευσης, δεν πρόκειται να ξαναπαίξεις μπάσκετ...''».

Και προσθέτει:

«Ε τότε νομίζω όταν είσαι 23 ετών και έχεις πάει με όνειρα να παίξεις στο κορυφαίο πρωτάθλημα του κόσμου, είναι λίγο ό,τι και να πω για το πώς ένιωσα, ήταν κάτι πολύ δύσκολο...».

Αμ δε που θα τα παρατούσε, δεν γινόταν αυτό, είχε αποφασίσει μέσα του ότι είναι καταδικασμένος να δώσει σάρκα και οστά στα όνειρά του, οι σταθμοί της ζωής του έμελλε να γίνουν ο Άρης και η Θεσσαλονίκη...

«Ήταν οι πιο ωραίες στιγμές του μπάσκετ και όχι μόνο, της ελληνικής κοινωνίας θα έλεγα γιατί πιστεύω ότι είναι σπάνιο μία ομάδα να εκπροσωπεί έναν ολόκληρο λαό, ειδικά εκτός πρωτεύουσας. Ήταν το συναίσθημα, η αυτοπεποίθηση, η πίστη για το μέλλον. Μιλάμε για μία εποχή που άφησε τη μεγαλύτερη προίκα που άφησε οποιοδήποτε επίτευγμα στον ελληνικό αθλητισμό».

Image

Μπορεί η μπίλια να έκατσε στο κίτρινο τότε για τον νεαρό Γιαννάκη, όμως στην άλλη πλευρά υπήρχε ο ΠΑΟΚ, ένας σπουδαίος αντίπαλος που οι νίκες εναντίον του μεγέθυναν τον μύθο της Αυτοκρατορίας. Άλλωστε, αυτά τα ντέρμπι έμειναν αξέχαστα. Καθήλωναν όχι μόνο τη Θεσσαλονίκη αλλά όλη την Ελλάδα, καθώς έκριναν τον πρωταθλητή.

«Νιώθατε άτρωτος πριν από τα ματς με τον ΠΑΟΚ, μπαίνατε στο παρκέ δηλαδή με την αίσθηση ότι ''αυτούς τους έχουμε'';», τον ρωτάμε 

Δεν το σκέφτηκε δευτερόλεπτο, και σαν να δεχόταν την ευκολότερη για εκείνον ερώτηση, αποκρίθηκε... «Ναι τους είχαμε απλά σίγουρα τους σεβόμασταν και βλέπαμε ότι είχαν δυνατότητες σαν ομάδα. Έτυχε να πέσουν σε μας που βρίσκαμε τον τρόπο να συνεργαζόμαστε και να παίζουμε σε υψηλό επίπεδο εναντίον τους».

Και τότε ήρθε η ώρα για κάτι.... δύσκολο, ένα ερώτημα ξεχωριστό που θα έβαζε τον καθένα σε μία περιδίνηση σκέψεων, στιγμών, εμπειριών και καταστάσεων, να μην ξεχάσει, να μην αδικήσει κάτι έναντι κάποιου άλλου.

Ποια θεωρεί τη μεγαλύτερη στιγμή της καριέρας του; Tην κατάκτηση του Eurobasket το 87' ως παίκτης ή αυτή του 05' ως προπονητής;

Κοντοστέκεται λίγο και απαντά «Eίναι μία ερώτηση που πολλές φορές ψάχνω τον τρόπο να την εκφράσω. Είναι κάτι το οποίο μοιάζει πάρα πολύ, λέω ότι το 87' είναι όπως είσαι ερωτευμένος, τα συναισθήματά σου είναι έντονα και πρωτόγνωρα. Αισθάνεσαι να πετάς, εκείνη η νίκη μας έκανε να νιώθουμε την απογείωση. 

Το 2005, το βάζω μαζί με το 06' (σ.σ το Mundobasket στην Ιαπωνία με τη νίκη επί της Dream Team), είχε την αγάπη μας, έβγαλε μία σταθερότητα καθώς μας έλεγαν ότι θα θέλαμε να παίζουμε όπως οι Έλληνες, αυτό ήταν το αποκορύφωμα καθώς έπρεπε να κάνουμε αποτελεσματικά τα προσόντα μας σε ένα γκρουπ καλών παικτών. Μάλιστα η νίκη μας επί των ΗΠΑ πανηγυρίστηκε από όλες τις διεθνείς ομάδες καθώς ήταν μία επικράτηση του international μπάσκετ, εναντίον της χώρας που το γέννησε».

Οι μεγάλες επιτυχίες του αθλήματος άναψαν το φυτίλι ώστε πολλά παιδιά να βάλουν τη φωτιά της σπυριάρας μέσα τους, δεν υπήρχε γειτονιά χωρίς μπασκέτα, ο ήχος από τη μπάλα να μπαίνει στο διχτάκι ήταν μελωδία. Φτάνοντας στο σήμερα όμως κάτι έχει αλλάξει, θέλετε η δυναμική του ποδοσφαίρου; Το μοίρασμα της πίτας και σε άλλα αθλήματα ή δραστηριότητες; Οι νέοι δεν παίζουν πλέον μπάσκετ, τουλάχιστον όπως το παρελθόν...

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης συμφωνεί και καταθέτει την άποψή του στη Voria: «Εμένα με πήραν από το χέρι να με πάνε για να παίξω μπάσκετ γιατί με είδαν στο δρόμο, αυτό δεν γίνεται πλέον. Την εποχή που κάναμε τις μεγάλες επιτυχίες, ήμασταν από τις ομάδες που νικούσαμε, δεν υπήρχε ανταγωνισμός από άλλα σπορ  στο ίδιο επίπεδο εκτός από το βόλεϊ που έκανε μία αναλαμπή. Το μπάσκετ ήταν ένα σπορ των πόλεων, φτιάχτηκαν εγκαταστάσεις, όμως τώρα ο ανταγωνισμός είναι πολύ μεγάλος με όλα τα σπορ. 

Πρέπει όλα τα παιδιά να έρθουν κοντά στον αθλητισμό, να βελτιώσουμε τις υποδομές μας και συγχρόνως να επενδύσουμε σε αυτές τις ηλικίες με ανθρώπους που θα δουλεύουν με τα μικρά παιδιά και όχι να σκέφτονται πώς θα πάνε από τη μία δουλειά στην άλλη για να ζήσουν την οικογένειά τους. Τέλος πρέπει να αναδείξουμε ότι όλοι οι μεγάλοι παίκτες που διακρίνονται αυτή τη στιγμή, έχουν περάσει από τ' ανοιχτά γήπεδα, ξοδεύοντας πολύ χρόνο...»

Και μιας και μιλάμε για χρόνο, αυτός του δημοσιογραφικού αγώνα μας με τον δράκο τελειώνει... 

«Τι είχε ο Νίκος Γκάλης που δεν είχατε εσείς και τι είχατε εσείς που δεν είχε εκείνος;», είναι το τελευταίο ερώτημα και εκείνος αποδεικνύεται έτοιμος να εκτελέσει. Παίρνει τη μπάλα μόνος του, κρίμα και είχα μία ελπίδα για μία φορά ίσως να έδινα ένα καλό σκριν για τον Παναγιώτη Γιαννάκη!

«Ο Νικ μπορούσε να κάνει οτιδήποτε ήθελε στην επίθεση με υψηλό ποσοστό επιτυχίας, ήταν ατραξιόν στο μπάσκετ», αναφέρει και προσθέτει «Θα κρίνουν άλλοι για μένα, εγώ προσπαθούσα να παίξω για να βοηθήσω με οποιονδήποτε τρόπο την ομάδα, είτε αυτό αφορούσε έναν πόντο, είτε μία άμυνα, είτε ένα ριμπάουντ, μία βοήθεια σε έναν παίκτη. Το παιχνίδι παίζεται σε δύο καλάθια, με τον ίδιο τρόπο πρέπει να παίζεις και στη μία, με τον ίδιο και στην άλλη πλευρά. Έτσι έμαθα εγώ μέσα από αυτό που αγάπησα...».

«Ο αναγνώστης θα δει τον εαυτό του μέσα από τα μάτια του Παναγιώτη Γιαννάκη»

Η Voria.gr είχε τη χαρά να μιλήσει και με τον συγγραφέα του σπουδαίου βιβλίου για τον Παναγιώτη Γιαννάκη, Παντελή Βλαχόπουλο που σταχυολόγησε τα οφέλη του αναγνώστη, χαρακτήρισε τον Δράκο ως «παιδικό ήρωα» και αποκάλυψε πώς προήλθε ο τίτλος του συγγραφικού του πονήματος.

Η ικανοποίηση στα μάτια του κ. Βλαχόπουλου εμφανής, το πρώτο του «παιδί» εκδόθηκε και ήδη γνωρίζει μεγάλη επιτυχία φτάνοντας στον 1,5 μήνα κυκλοφορίας του.

«Όποιος διαβάσει το βιβλίο θα μάθει τόσο τη σύγχρονη ιστορία του μπάσκετ, όσο και το πώς μπορεί ένας άνθρωπος να ξεκινήσει από το απόλυτο μηδέν φτάνοντας στην κορυφή του κόσμου. Αυτό έκανε ο Παναγιώτης Γιαννάκης και μέσα επίσης από τον τίτλο ''Τρωτός άτρωτος'' μας δείχνει τις τρωτές και άτρωτες στιγμές μας, αυτό το βιβλίο μας δίνει όλη την εικόνα του τι είναι ο άνθρωπος, έχοντας τις δυνατές αλλά και τις αδύνατες στιγμές, τις ευτυχισμένες και τις δυστυχισμένες στιγμές, ό,τι είμαστε όλοι εμείς».

Κατά κοινή ομολογία ο τίτλος είναι ευφυής, δίνει την αντίθεση που βιώνει ο άνθρωπος, σε ποικίλες καταστάσεις της ζωής του. Πώς όμως γεννήθηκε;

«Έγραψα τον πρόλογο του βιβλίου, τελειώνω γράφοντας ''είμαι τρωτός ή άτρωτος'', το διαβάζει η κόρη του, η Κέλλυ Γιαννάκη, εγώ το είχα ονομάσει ''η φλόγα'' από το ''Δράκος'' και μου λέει ''ρε Παντελή ο τίτλος είναι τρωτός άτρωτος, το έχεις γράψει... ''

Η φιγούρα του 65χρονου μπασκετανθρώπου προκαλεί δέος και σεβασμό, η ιδέα ενός βιβλίου θα αποτελούσε πρόκληση για τον καθένα, ακόμη και για έναν έμπειρο δημοσιογράφο όπως ο διευθυντής του Sport24.

«Πώς είναι όμως ο Παναγιώτης Γιαννάκης ως άνθρωπος;», ρωτήσαμε.

«Έχει πολύ μεγάλο κύρος, η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν το πώς θ' αντιμετωπίσω τον παιδικό μου ήρωα για να γράψω το βιβλίο, να τον ρωτήσω, να τον πιέσω, να ξεκλειδώσει, ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Μου πήρε ακριβώς έναν χρόνο, ερχόταν κάθε Παρασκευή στις 16:30, στα γραφεία της 24MEDIA και μου έλεγε τα πάντα.

Δεν συνάντησα δυσκολίες, ήταν πολύ συνεργάσιμος και συνεπής ο κόουτς και η οικογένειά του, δεν άργησε ούτε μία φορά. Είμαστε πολύ ικανοποιημένοι, το βιβλίο έγινε best seller μέσα σ' έναν μήνα, γίνονται συνέχεια επανατυπώσεις από τις εκδόσεις ''Διόπτρα''».

Η δύναμη της συνήθειας σημαδεύει τους ανθρώπους, κάποιες φορές δεν μπορούμε ν' αποχωριστούμε τη ρουτίνα καταστάσεων, πολλώ δε μάλλον όταν αυτές φέρνουν την ολοκλήρωση ενός δημιουργού.

Ο Παντελής Βλαχόπουλος κλείνει δίνοντας τον συναισθηματικό αντίκτυπο που είχε για τον ίδιο η περάτωση αυτού του συγγραφικού οράματος:

«Εγώ όταν είχα κάποια δυσκολία στη ζωή μου, πήγαινα σε αυτά που μου είχε πει ο Γιαννάκης για ν' αντιμετωπίσω κάποια προβλήματα, αν διαβάσετε το βιβλίο θα καταλάβετε ότι πιο λίγο από το μισό είναι το μπάσκετ, όλο το άλλο είναι ζωή, η ζωή μας. Κάθε φορά που ερχόταν ήταν αλλιώς, κάθε Παρασκευή ήταν διαφορετική, όταν δεν ήρθε την Παρασκευή μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου ένιωθα ότι κάτι μου έλειπε, είχα μία απώλεια, ήταν συγκλονιστικό ταξίδι σε όσα μου είπε...».