«Η εξαγγελία της κυβέρνησης για επενδύσεις 2,5 δισ. ευρώ στο νερό αποτελεί παραδοχή της διαχρονικής της αδράνειας απέναντι στο πιο κρίσιμο εθνικό αγαθό», τονίζει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σε ανακοίνωσή του.
«Χρειάστηκε η υδατική πίεση στην Αττική να φτάσει στο κόκκινο – με τα αποθέματα να καταρρέουν από 902 σε 377 εκατ. κυβικά μέτρα – για να ανακοινωθούν έργα “κατεπείγοντος” που θα ολοκληρωθούν το 2029» συμπληρώνει το κόμμα.
Αναλυτικά η ανακοίνωση του κόμματος:
«Η κυβέρνηση έρχεται καθυστερημένα να διαχειριστεί μια κρίση που η ίδια προκάλεσε με την ανευθυνότητα και την απουσία στρατηγικού σχεδίου.
1. Χωρίς Εθνική Στρατηγική και Κεντρικό Φορέα
· Αντί για σχέδιο, η κυβέρνηση επιλέγει αποσπασματικά μέτρα.
· Η έλλειψη Εθνικής Στρατηγικής για το νερό και η απουσία Κεντρικού Δημόσιου Φορέα που θα βασίζεται σε επιστημονικά δεδομένα, οδηγούν τη χώρα σε αδιέξοδο.
· Η διαχείριση του νερού απαιτεί ενιαίο σχεδιασμό, διαφάνεια και τεχνογνωσία, όχι πολιτικές σκοπιμότητες.
2. Το Κόστος στους Πολίτες
· Αντί να χρηματοδοτήσει έγκαιρα τις υποδομές με εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους, η κυβέρνηση φορτώνει το κόστος στους πολίτες με αυξήσεις 2-3 ευρώ στους λογαριασμούς ύδατος.
· Το μέτρο είναι άδικο και κοινωνικά ανάλγητο.
· Απαιτούμε δίκαιη τιμολογιακή πολιτική, με κοινωνικά κριτήρια.
· Οι μεγάλοι χρήστες, βιομηχανίες και τουριστικές μονάδες που καταναλώνουν δυσανάλογα, πρέπει να επιβαρυνθούν περισσότερο.
3. Εγκατάλειψη της Περιφέρειας
· Η κυβέρνηση επικεντρώνεται σε Αττική και Θεσσαλονίκη, αφήνοντας την Περιφέρεια να «βάλει πλάτη».
· Οι άνυδρες περιοχές της χώρας μένουν εκτός σχεδίου, με πρόχειρα έργα αφαλάτωσης και χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
· Η ανακύκλωση νερού (όπως στην Ψυττάλεια) και η αντιμετώπιση των διαρροών στα δίκτυα πρέπει να αποτελούν βασικές προτεραιότητες, όχι δευτερεύοντα σημεία.
Η αντιμετώπιση της λειψυδρίας απαιτεί εθνικό σχέδιο, κοινωνική ευαισθησία και τεχνοκρατική επάρκεια.
Η κυβέρνηση οφείλει να ακυρώσει άμεσα τις αυξήσεις και να δημιουργήσει έναν Κεντρικό Δημόσιο Φορέα για το Νερό, που θα υπηρετεί το κοινωνικό συμφέρον και όχι τις επικοινωνιακές ανάγκες του Μαξίμου».