Τις δομικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία τα τελευταία πέντε χρόνια κωδικοποιεί και αναλύει στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Από τον πληθωρισμό στους δασμούς» (Εκδόσεις Παπαζήση) ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Θεόδωρος Πελαγίδης. Ο καθηγητής οικονομικής ανάλυσης που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, αλλά διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, εξηγεί τις εξελίξεις της τελευταίας πενταετίας, που μάλλον είναι πιο σοβαρές απ’ ό,τι ενδεχομένως φαίνεται επιφανειακά. Με στοιχεία που φτάνουν μέχρι και τον περασμένο Σεπτέμβριο το βιβλίο είναι απολύτως επίκαιρο και ως εκ τούτου αυτονόητα ενδιαφέρον. Η παρουσίασή του στη Θεσσαλονίκη προγραμματίζεται για τις 19 Δεκεμβρίου, στις 6 το απόγευμα, στα γραφεία του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος. Με αφορμή το βιβλίο ο κ. Πελαγίδης μίλησε στη Voria.gr όχι μόνο για τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά και για την Ελλάδα, τη Βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη.
Κύριε Πελαγίδη στο τελευταίο σας βιβλίο έχετε κωδικοποιήσει τις καθοριστικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία που συντελούνται τα τελευταία χρόνια. Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των αλλαγών;
Νομίζω ότι ο καπιταλισμός έχει γίνει περισσότερο «διευθυνόμενος» παρότι φυσικά συνεχίζει να βασίζεται στις ελεύθερες αγορές. Πολλές στρατηγικές αποφάσεις λαμβάνονται από κυβερνήσεις οι οποίες, βεβαίως, συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τις αγορές ως κινητήρια δύναμη. Αυτό έχει γίνει εφικτό καθώς η ψηφιακή εποχή επιτρέπει στην κάθε κυβέρνηση την πρόσκτηση πληροφορίας που στο παρελθόν δεν είχε. Αυτός είναι και ο λόγος που συγκεντρωτικά, μη δημοκρατικά καθεστώτα φαίνεται να ανέρχονται στη διεθνή οικονομική σκηνή. Να πω επίσης ότι το τεχνολογικό άλμα είναι πραγματικά πρωτοφανές. Επιστήμες όπως η βιολογία ξεκλειδώνουν εξελίξεις που δεν έχει ξαναδεί η ανθρωπότητα.
Αυτό, πάντως, που διαπραγματεύεται συγκεκριμένα το τελευταίο βιβλίο μου, που μόλις εκδόθηκε, είναι το πέρασμα από την εποχή του ελεύθερου εμπορίου και των ελεύθερων κεφαλαιακών ροών σε μια εποχή διευθυνόμενου εμπορίου και έντονης πολιτικής παρέμβασης στην παγκόσμια οικονομία. Αυτό που αποκαλώ «πολιτικοποιημένο καπιταλισμό». Οι δασμοί είναι το βασικό εργαλείο για κάτι τέτοιο, όπως για παράδειγμα επιβάλλονται σήμερα από τη διοίκηση Τραμπ. Υπάρχει όμως και ο πόλεμος για τις σπάνιες γαίες αλλά και για την ενέργεια. Η εποχή της εντεινόμενης συνεργασίας μεταξύ των χωρών φαίνεται να δίνει τη θέση της ένα πολύ πιο ανταγωνιστικό και επιθετικό περιβάλλον.
Στην ανάλυσή σας οι εξελίξεις είναι συνέπεια των συνθηκών που δημιούργησε η πανδημία και η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, δηλαδή ο πληθωρισμός και οι δασμοί. Πώς συνδυάζονται αυτά τα γεγονότα;
Ναι, αλλά και ο πληθωρισμός και οι δασμοί είναι απόρροια βαθύτερων εξελίξεων. Οι δασμοί υπακούουν σε αυτό που λέμε «νέο μερκαντιλισμό» σύμφωνα με τον οποίον ο πλούτος και η ευημερία μιας χώρας καθορίζεται από την απόδοση της οικονομίας στο εμπορικό ισοζύγιο. Αλλά περισσότερο σήμερα οι δασμοί είναι ένα μέσο πίεσης και πολιτικών επιδιώξεων, οι οποίες όμως στο βάθος αντανακλούν οικονομικά συμφέροντα. Σε ένα γενικό επίπεδο, επίσης, ο πληθωρισμός αντανακλά και τη διαμάχη πάνω σε κρίσιμα αγαθά και εμπορεύματα ανάμεσα σε χώρες, μεσαίες τάξεις και πληθυσμούς. Το μονοπώλιο που μπορεί να έχουν κάποιες χώρες σε εμπορεύματα όπως οι σπάνιες γαίες, ή και η κλιματική αλλαγή που περιορίζει τη διαθεσιμότητα αγαθών, αυξάνουν τις τιμές και οδηγούν με τη σειρά τους και στο φαινόμενο της ακρίβειας. Η έννοια του «affordability» είναι άλλωστε το βασικότερο όχημα πάνω στο οποίο σερφάρει σήμερα ο πολιτικός και οικονομικός λαϊκισμός.
Πόσο ρόλο στις οικονομικές αλλαγές παίζουν οι παγκόσμιες πολιτικές και πολεμικές εξελίξεις;
Όπως ανέφερα και παραπάνω, ο ρόλος της πολιτικής και των κυβερνήσεων ιδίως των μεγάλων χωρών βεβαίως, επανέρχεται σήμερα. Ισχυρές και αυταρχικές κυβερνήσεις, μεγάλη χρηματοπιστωτική οργανισμοί και μεγάλες διεθνείς εταιρείες είναι οι τρεις μεγάλοι πυλώνες λήψεων οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων σήμερα. Η καθεμιά βέβαια κυρίως στον τομέα της, αλλά στο τέλος αυτό που προκύπτει, προκύπτει ως σύνολο.
Οι αλλαγές που καταγράφετε έχουν μακροπρόθεσμο ορίζοντα ή είναι συγκυριακές και η παγκοσμιοποίηση θα επιστρέψει;
Η παγκοσμιοποίηση αλλάζει μορφή, δεν καταργείται. Το μέγεθος της παρουσιάζει μια σχετική στασιμότητα σήμερα αλλά αυτό είναι ένα φαινόμενο που ξεκινάει πριν 15 χρόνια. Να σας δώσω ένα παράδειγμα. Το διεθνές εμπόριο δεν μειώνεται αλλά αλλάζει η δομή του, δηλαδή αλλάζουν οι εμπορικοί δρόμοι. Το εμπόριο φιλικών χωρών μεταξύ τους αυξάνεται, ενώ το εμπόριο και γενικότερα οι οικονομικές σχέσεις ανταγωνιστικών χωρών περιορίζεται. Έχουμε μπει σε έναν τέτοιο κύκλο και επί του παρόντος δε νομίζω ότι μπορεί να εκτιμήσουμε ότι κάτι τέτοιο είναι συγκυριακό. Προσωπικά θα ήθελα ο κόσμος να επιστρέψει σε ένα καθεστώς συνεργασίας και συναγωνισμού. Αλλά αυτό είναι απλώς μια επιθυμία ενός ανθρώπου που έχει ζήσει γενικά σε ένα φιλελεύθερο και αστικό καθεστώς με δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες. Θα δούμε τι θα γίνει στο μέλλον.
Κίνα και Ευρώπη
Υπάρχει εκτίμηση για το ποιος τελικά θα επιβάλλει τους όρους του στο νέο οικονομικό περιβάλλον; Θα υπάρξει νικητής στο μπρα ντε φερ ΗΠΑ – Κίνας;
Να σας πω, η Κίνα έχει πετύχει ό,τι έχει πετύχει με το άνοιγμα στον καπιταλισμό, δηλαδή χρησιμοποιώντας τις ελεύθερες αγορές, μερικές φορές και στην ακραία εκδοχή τους, αλλά και διατηρώντας το πολιτικό συγκεντρωτισμό. Αυτό που παρατηρούμε σήμερα στην Αμερική είναι μια προσπάθεια να αποκτήσει η πολιτική εξουσία πιο συγκεντρωτικά χαρακτηριστικά και λιγότερο φιλελεύθερα. Τουλάχιστον αυτό δείχνει η διοίκηση Τραμπ. Άρα, αυτό που έχω να πω είναι ότι βλέπουμε δύο οικονομικούς κολοσσούς που παρατάσσονται σε ένα πεδίο οικονομικής μάχης χρησιμοποιώντας οικονομικά και πολιτικά μέσα αλλά και μια δομή οικονομική και πολιτική που μπορεί να έχει για πρώτη φορά και κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Ιδίως η Κίνα έχει αντιγράψει τη δυτική οικονομική δομή τα τελευταία 30 χρόνια με επιτυχία.
Πόσο καθοριστικός για τις οικονομικές εξελίξεις του επόμενου διαστήματος είναι ο παράγοντας της τεχνολογίας;
Απολύτως καθοριστικός. Η τεχνολογία ελέγχει ήδη και παραδίδει στους οικονομικούς και πολιτικούς δρώντες την πληροφορία, η οποία είναι το βασικότερο συστατικό της ελεύθερης αγοράς. Η quantum computing θα λύνει πολύ πιο περίπλοκα προβλήματα σε εντελώς ελάχιστο χρόνο. Αυτό θα επιταχύνει και τις διαδικασίες του οικονομικού συστήματος. Τα πράγματα θα αλλάζουν και θα τρέχουν όλα πιο γρήγορα με ταυτόχρονη όμως καλύτερη και άριστη κατανομή των πόρων. Αυτό στα οικονομικά είναι κρίσιμο, θα περιορίσει τη σπατάλη, θα αυξήσει την αποδοτικότητα του συστήματος.
Η Ευρώπη πώς τοποθετείται στο νέο περιβάλλον;
Η Ευρώπη είναι μια υπερδύναμη της φιλελεύθερης εποχής και το πέρασμα στην νέα εποχή το οποίο πάντα περιλαμβάνει και κάποιες επώδυνες λύσεις, θα απαιτήσει αλλαγές τόσο στο πολιτικό της σύστημα, όσο και στην οικονομία της. Συνηθίζω να λέω ότι πλέον δημοκρατία χωρίς οικονομική ευημερία δεν είναι εφικτή. Συνήθως στην πολιτική αγορά, η πολιτική ηγεσία ανταποκρίνεται στη ζήτηση από την κοινωνία για δημόσια αγαθά και πολιτικές. Αυτή όμως την στιγμή η Ευρώπη χρειάζεται δημόσια πρόσωπα, αυτό που λέμε principled politicians, τα οποία θα πρέπει με απλό και κατανοητό τρόπο αλλά και πολιτική ικανότητα να δώσουν στη μεσαία τάξη την κατανόηση των μεγάλων αλλαγών που συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο, καθώς και το τι πρέπει να κάνει ιδίως η Ευρώπη στο νέο αυτό πλαίσιο. Ανησυχώ γιατί βλέπω μια νέα γενιά που δεν είναι προετοιμασμένη προς το παρόν να δουλέψει σκληρά για να κατακτήσει τη δική της θέση στη ζωή. Ανησυχώ επίσης γιατί ελάχιστοι το λένε αυτό από αυτούς που έχουν την ευθύνη να το πουν. Από την άλλη είναι κατανοητό αυτό, τα δύσκολα νέα δεν είναι ποτέ δημοφιλή.
Ελλάδα και Θεσσαλονίκη
Για την Ελλάδα τι πρόσημο έχουν οι εξελίξεις; Πώς μπορεί και πρέπει να προσαρμοστεί η χώρα μας στα νέα δεδομένα;
Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να απλοποιεί το επιχειρηματικό της περιβάλλον και να προσελκύει κεφάλαια από το εξωτερικό σε μια εποχή που γι’ αυτά υπάρχει και θα υπάρχει ακόμα περισσότερο έντονος ανταγωνισμός. Οι επενδύσεις αυξάνουν την παραγωγικότητα και μετά τους μισθούς. Αυτή είναι η σειρά. Όλα τα άλλα έχουν παρενέργειες. Η Ελλάδα είναι μέσα στην Ευρώπη, σημαντικά κεφάλαια της οποίας παραδίδονται με γενναιόδωρο τρόπο εδώ και δεκαετίες στην χώρα μας. Τα δημόσια οικονομικά μας είναι καλώς φτιαγμένα και δουλεύουν ικανοποιητικά, ενώ υπάρχουν νησίδες στην οικονομία που δουλεύουν το ίδιο καλά. Παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει οπωσδήποτε παραμένουν πολλά διαρθρωτικά προβλήματα, αλλά και προβλήματα που έχουν να κάνουν με τις βασικές υποδομές αλλά και προϋποθέσεις της οικονομικής επιτυχίας. Νομίζω πάντως ότι βαθιά στο μυαλό του Έλληνα, παρά τα προβλήματα, ξεχωρίζει τελικά τι είναι το σωστό. Θα ήθελα να βλέπω πάντως περισσότερη συλλογική συνείδηση και ένα περισσότερο αποδοτικό και δημιουργικό πολιτικό σύστημα, για το οποίο είναι καιρός πια να μας απασχολήσει η αλλαγή της μηχανικής του.
Ειδικότερα για τη Βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου κατάγεστε, τι επιφυλάσσει η νέα εποχή;
Μεγάλωσα κατά κυριολεξία στα πεζοδρόμια της λεγόμενης «παλαιάς Οβριακής». Στην Ιουστινιανού και τη Σιατίστης που περιβάλλονται από τη Βενιζέλου, τη Χαλκέων και τη Φιλίππου. Άρα είμαι από το μεδούλι της πόλης θα έλεγε κανείς! Και πάντα εκεί επιστρέφω. Θυμάμαι στα παιδικά μου χρόνια την αστική Θεσσαλονίκη του κέντρου, αλλά και μετά, την εποχή της φυγής των ανθρώπων της στο εξωτερικό και στην Αθήνα, όπως εγώ. Ύστερα, μια κάποια περίοδο παρακμής οικονομικής αλλά και πολιτιστικής θα έλεγα. Τα τελευταία όμως λίγα χρόνια βλέπω πάλι μια αισιόδοξη, καθαρή, τακτοποιημένη πόλη με οπωσδήποτε κάποια οικονομική ανάκαμψη και αυτό με χαροποιεί. Το ότι η πόλη είναι προορισμός του Σαββατοκύριακου για όλα τα Βαλκάνια και όχι μόνο αυτό δείχνει ότι μπορεί να γίνει το κέντρο μιας ευρύτερης, μεγαλύτερης, πολύ μεγαλύτερης περιοχής. Συνηθίζω να λέω ότι ο τουρισμός και η οικονομία του «ευ ζην» βοηθά στη συνέχεια αλυσιδωτά τους περισσότερους κλάδους της οικονομίας όπως το λιανεμπόριο, ή την μεταποίηση, αλλά ακόμη και την πρωτογενή παραγωγή. Αυτό στο οποίο νομίζω ότι μπορεί να εξελιχθεί η Θεσσαλονίκη είναι να γίνει το κέντρο μιας πολύ μεγαλύτερης από την ελλαδική περιφέρεια της, περιοχής. Και να είμαστε και δίκαιοι, για τον σκοπό αυτόν έργα γίνονται στην πόλη και η οποιαδήποτε σύγκριση με την Αθήνα δεν έχει απολύτως κανένα νόημα. Και στο κάτω κάτω δεν βοηθά σε τίποτα.
