«Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια του εφησυχασμού ή της απαισιοδοξίας» δηλώνει ο Κυριάκος Πιερρακάκης, Πρόεδρος του Eurogroup και Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή.
Τονίζει ότι οι μεγάλες γεωοικονομικές ανακατατάξεις και ο εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός αποτελούν λόγο να «κινηθούμε ταχύτερα και πιο αποφασιστικά». Με σταθερά δημόσια οικονομικά, μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, όπως υπογραμμίζει, η χώρα έχει την ευκαιρία να ανακτήσει αξιοπιστία και δυναμική, με στόχο τη διαρκή σύγκλιση με τον μέσο όρο της ΕΕ.
Σε ερώτηση για τις προκλήσεις της νέας του θέσης ως επικεφαλής του Eurogroup ο κ. Πιερρακάκης απαντά πως «η Ευρώπη αντιμετωπίζει προκλήσεις σε τρεις κρίσιμες διαστάσεις: στην παραγωγικότητα, στο βάθος των κεφαλαιαγορών και στην ταχύτητα λήψης αποφάσεων. Εκεί πρέπει να εστιάσουμε. Πρώτον, με πολιτικές που ενισχύουν τις επενδύσεις σε καινοτομία, ψηφιακές υποδομές, ενέργεια και δεξιότητες. Δεύτερον, με πραγματική πρόοδο στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, ώστε οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να χρηματοδοτούνται εντός Ευρώπης και να μη στρέφονται αλλού. Και τρίτον, με θεσμική αποτελεσματικότητα, με λιγότερη γραφειοκρατία και περισσότερη αξιοπιστία στους κοινούς κανόνες. Παράλληλα, πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Ο διεθνής ανταγωνισμός δεν κερδίζεται με παραβίαση των κανόνων που διασφαλίζουν τη σταθερότητα. Κερδίζεται με μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα, με επενδυτική ασφάλεια και με συνέπεια στους κανόνες που όλοι έχουμε συμφωνήσει. Η εμπειρία χωρών όπως η Ελλάδα δείχνει ότι όταν συνδυάζεις σταθερά δημόσια οικονομικά, μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, μπορείς να ανακτήσεις αξιοπιστία και δυναμική. Αυτό είναι ένα μήνυμα που έχει αξία για ολόκληρη την Ευρώπη».
Όσον αφορά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης σημειώνει πως αυτό «δεν σηματοδοτεί το τέλος της ανάπτυξης. Η Ελλάδα περνά από την εποχή των έκτακτων εργαλείων στην εποχή της κανονικής, βιώσιμης και αυτοτροφοδοτούμενης ανάπτυξης. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα, και αυτό ακριβώς είναι που σκοπεύουμε να κερδίσουμε. Tο 2026 είναι χρονιά υψηλών εκταμιεύσεων, με περίπου 7,2 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και πάνω από 6,9 δισ. ευρώ σε δάνεια από το Ταμείο Ανάκαμψης. Αυτοί οι πόροι πράγματι δεν επαναλαμβάνονται, αλλά η οικονομία δεν μένει χωρίς «καύσιμα».
Η ανάπτυξη διασφαλίζεται, πρώτα απ’ όλα, μέσα από τη σταθερή αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων, που είναι καταλύτης της ανταγωνιστικότητας και ο πιο αξιόπιστος δείκτης εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία. Συνεχίζεται, επίσης, μέσω ενός ισχυρού Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων. Το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ανέρχεται σε 16,7 δισ. ευρώ για το 2026 , ποσό τριπλάσιο από το 2019 ενώ το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026–2030 είναι το μεγαλύτερο στην ιστορία της Ελλάδας, με συνολικό προϋπολογισμό 22,4 δισ. ευρώ . Καλύπτει ένα ευρύ φάσμα παρεμβάσεων σε στρατηγικές προτεραιότητες, όπως οι υποδομές , οι μεταφορές, η ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων, η ψηφιακή και πράσινη μετάβαση, η τεχνητή νοημοσύνη και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε κρίσεις.
Την ίδια ώρα, η χώρα εξασφαλίζει νέους ευρωπαϊκούς πόρους άνω των 8 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026–2032, μέσω του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου, του Ταμείου Εκσυγχρονισμού και του Ταμείου Απανθρακοποίησης Νήσων, που στηρίζουν την κοινωνική συνοχή, την πράσινη μετάβαση και την ανάπτυξη σε κάθε γωνιά της χώρας.
Και, βεβαίως, υπάρχει κάτι που υπερβαίνει ποιοτικά την απλή ποσοτική αποτύπωση: είναι το «μεταρρυθμιστικό πλεόνασμα» που μας μένει από τα έργα που υλοποιούνται. Έργα, που διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για διαρκή ανάπτυξη, μέσα από τον εκσυγχρονισμό της Δικαιοσύνης, την ψηφιοποίηση του κράτους και τη βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος».
Για την ελληνική οικονομία ο κ. Πιερρακάκης είπε πως «η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης , από 66% που το παραλάβαμε. Από το 2019 έως το 2026 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σταθερές τιμές αυξήθηκε κατά 15,7% στην Ελλάδα έναντι 5,3% στην Ευρωζώνη.
Η σύγκλιση είναι για πρώτη φορά ορατή, με αναγκαία προϋπόθεση να μην υπονομευτεί η οικονομική και πολιτική σταθερότητα η οποία έχει κατακτηθεί τα τελευταία έξι χρόνια ηγεσίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Οι ιδιωτικές επενδύσεις, περιλαμβανομένων των ξένων άμεσων επενδύσεων, αυξήθηκαν μεν τα τελευταία χρόνια, αλλά υπάρχουν ερωτήματα για το περιεχόμενό τους. Πολλές κατοικίες, κάποιες εξαγορές ήδη υφιστάμενων επιχειρήσεων. Γιατί δεν έχουμε αρκετές greenfield επενδύσεις και τι πρέπει να γίνει για να τις αυξήσουμε;
Οι greenfield επενδύσεις είναι, από τη φύση τους, οι πιο απαιτητικές. Χρειάζονται μεγάλο αρχικό κεφάλαιο, χρόνια ωρίμανσης και πλήρη έκθεση σε αδειοδοτικό, τεχνολογικό και μακροοικονομικό ρίσκο. Δεν συγκρίνονται με το real estate ή τις εξαγορές υφιστάμενων επιχειρήσεων, που αποδίδουν γρηγορότερα και με πολύ μικρότερη αβεβαιότητα.
Ακριβώς γι’ αυτό, μετά από μια δεκαετία κρίσης, το πρώτο κύμα επενδύσεων που επιστρέφει σε μια οικονομία δεν είναι ποτέ οι greenfield. Είναι εκείνες που «τεστάρουν» το περιβάλλον. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι από το 2019 και μετά το κράτος δουλεύει συστηματικά για να μειώσει το ρίσκο των παραγωγικών επενδύσεων: σταθερότερο φορολογικό πλαίσιο, χαμηλότεροι συντελεστές, ψηφιοποίηση του κράτους. Αυτά είναι τα απαραίτητα συστατικά ώστε να μπορεί να υλοποιηθεί ένα πλήρες φάσμα επενδύσεων, όπως ακριβώς συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Το αποτέλεσμα αρχίζει να φαίνεται. Οι ιδιωτικές επενδύσεις αυξάνονται με ρυθμούς 5,7% το 2025 και 10,2% το 2026, ενώ η Ελλάδα καλύπτει σταδιακά ένα μεγάλο μέρος του επενδυτικού κενού της κρίσης.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο, όμως, είναι η αλλαγή στη σύνθεση των επενδύσεων. Το 2026 οι συνολικές επενδύσεις εκτιμώνται στα 46 δισ. ευρώ, με το 61% να προέρχεται από τον ιδιωτικό τομέα. Μέχρι το 2029, θα φτάσουν τα 51,7 δισ. ευρώ, με τις ιδιωτικές επενδύσεις να αντιστοιχούν στο 78%, αποτυπώνοντας έναν σαφή δομικό μετασχηματισμό. Λιγότερη εξάρτηση από το Δημόσιο, περισσότερη παραγωγική πρωτοβουλία.
Στην μεγάλη αύξηση επενδύσεων που παρατηρούμε στην χώρα μας μετά το 2019, καθοριστικός είναι και ο ρόλος των άμεσων ξένων επενδύσεων. Τα προηγούμενα έξι χρόνια (2019-2024) οι άμεσες ξένες επενδύσεις ξεπέρασαν τα 32 δις ευρώ, ποσό μεγαλύτερο από το σύνολο των προηγούμενων δεκαεπτά ετών (2002-2018). Το 2025 φαίνεται ότι θα έχουμε μια ακόμα πολύ καλή χρονιά, καθώς στο πρώτο δεκάμηνο του έτους έφτασαν τα 10,3 δις ευρώ, ποσό σημαντικά υψηλότερο από το σύνολο του 2022, όταν και καταγράφηκε ρεκόρ άμεσων ξένων επενδύσεων».