Αποφασισμένη να προχωρήσει σε κρίσιμες παρεμβάσεις στο επιβαρυμένο φορολογικό περιβάλλον της χώρας δείχνει να είναι η κυβέρνηση. Και το «διαφημίζει» αρκούντως, εντός κι εκτός συνόρων, στην προσπάθεια που κάνει για να προσελκύσει επενδυτικό ενδιαφέρον. Ηδη, όπως επικοινωνεί «προς τα έξω», ανακοινώθηκε η μείωση του ΕΝΦΙΑ αλλά και η απόφαση του να προχωρήσει το 2020 στη μείωση του φόρου των επιχειρήσεων από 29% σε 24%, γεγονός το οποίο αποσκοπεί κυρίως στην προσέλκυση κεφαλαίων από το εξωτερικό. Στον ίδιο στόχο αποσκοπεί επίσης η μείωση του φόρου επί των μερισμάτων από 10% σε 5%, όπως επίσης και η μείωση του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων.
Τι άλλο επικοινωνείται προς τα έξω; Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να διευρύνει την φοροδοτική βάση της χώρας, κυνηγώντας την φοροδιαφυγή. Στο πλαίσιο αυτό διευρύνεται η χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών ώστε να χτυπηθεί η φοροδιαφυγή μικρής κλίμακας, ενθαρρύνοντας τους φορολογούμενους να πληρώνουν με πιστωτική κάρτα ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα αντί να χρησιμοποιούν μετρητά. Κι όλα αυτά σε συνάρτηση με το αφορολόγητο.
Αγωγός για να αξιοποιηθούν τα παραπάνω όπλα θα είναι οι τράπεζες, για τις οποίες, αυτή τη στιγμή γίνεται συζήτηση με τις ευρωπαϊκές Αρχές και με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ώστε να απαλλαγούν από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, μέσω ενός σχετικά περίπλοκου συστήματος τιτλοποίησης. Εκτιμάται ότι οι τράπεζες θα μπορούσαν κατ' αυτόν τον τρόπο να ξεφορτώσουν κόκκινα δάνεια συνολικού ύψους 30 δισ. ευρώ.
Γιατί μόνο έτσι θα επιτευχθούν οι στόχοι για τους ρυθμούς ανάπτυξης και του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2020, που θα αποτελέσουν τον προπομπό για την μείωση τους το 2021, που είναι αυτή τη στιγμή ο βασικός στόχος της Ελλάδας.