Ποινική δίωξη για τα αδικήματα της απιστίας και της υπεξαίρεσης, σε βαθμό πλημμελήματος, άσκησε ο εισαγγελέας Θεσσαλονίκης σε βάρος μέλους του διοικητικού συμβουλίου του δικηγορικού συλλόγου εναντίον του οποίου είχε κατατεθεί μήνυση από τη σημερινή διοίκηση. Αφορά τη γνωστή υπόθεση με τις υπέρογκες δαπάνες για αγορά αντισηπτικών από τον Μάρτιο του 2020 μέχρι τον Μάιο του 2021, με τις «χρυσές» αγορές να ξεπερνούν τις 100.000 ευρώ. Για την υπόθεση ο κατηγορούμενος δικηγόρος έχει καταθέσει το ποσό της ζημίας στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, διατηρώντας όμως επιφύλαξη και αρνούμενος τις κατηγορίες.
Η υπόθεση είχε απασχολήσει έντονα την περίοδο των εκλογών για την ανάδειξη νέου διοικητικού συμβουλίου και είχε προβληθεί από τη σημερινή ηγεσία του συλλόγου. Ακολούθησε η έρευνα της οικονομικής επιτροπής, το πόρισμα της οποίας ήταν αποκαλυπτικό για τις δαπάνες, σημειώνοντας κατά κύριο λόγο ότι οι αγορές ήταν γκρίζες. Τα εντάλματα αφορούσαν αντισηπτικά, ενώ οι αποδείξεις παρέπεμπαν σε αγορές υλικών για μανικιούρ, στοματικά διαλύματα, μέχρι και φάρμακα αντιβίωσης. Μετά την κατάθεση του πορίσματος με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου κατατέθηκε μήνυση από τον Οκτώβριο του 2022 και μόλις χθες ολοκληρώθηκε η έρευνα.
Προηγήθηκε πραγματογνωμοσύνη οικονομολόγου, στην οποία σύμφωνα με πληροφορίες αναφέρεται ότι οι αγορές έγιναν όλες κανονικά και καταλήγει ότι μόνον για ποσό 27.000 ευρώ δεν υπάρχουν παραστατικά. Ο δικηγορικός σύλλογος από την πλευρά του αντέκρουσε την πραγματογνωμοσύνη με τεχνική έκθεση που κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα με το πόρισμα της οικονομικής επιτροπής.
Ο εισαγγελέας άσκησε ποινική δίωξη για τα συγκεκριμένα αδικήματα προτείνοντας την παραπομπή της υπόθεσης στο Εφετείο, λόγω ειδικής δωσιδικίας του κατηγορούμενου και αναμένεται η σχετική απόφαση του εισαγγελέα Εφετών που την έχει στα χέρια του.
Στο πόρισμα των 84 σελίδων της οικονομικής επιτροπής υπογραμμίζεται πως από το σύνολο των δαπανών που έγιναν για αγορές αντισηπτικών και λοιπών υλικών για την πανδημία σε ποσοστό 95% κατευθύνθηκαν σε συγκεκριμένη εταιρία – φαρμακείο. Μάλιστα κάποιες απ’ αυτές καταγράφονται ακόμη και στα παραστατικά σε ημερομηνίες πριν καν κάνει επίσημη έναρξη η εταιρία! Στην έκθεση που έχει περιληφθεί στη μήνυση, σημειώνεται πως το ποσό των 105.334 ευρώ θεωρείται «ύποπτο» δεν υπάρχουν τιμολόγια παρά μόνον αποδείξεις λιανικής πώλησης για 55.543,92 ευρώ, ενώ για 41.094 ευρώ τα παραστατικά αναφέρονται σε τρίτα είδη, που δεν σχετίζονται με αντισηπτικά. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται τα παραστατικά για προϊόντα που δεν σχετίζονται με αντισηπτικά ή άλλα είδη για την προστασία από την πανδημία, ανέρχονται σε ύψος 12.499,88 ευρώ. «Όλα τα προϊόντα αυτά δεν βρέθηκαν στον σύλλογο και δεν προέκυψε ότι καταναλώθηκαν ή όντως αγοράστηκαν, σε κάθε περίπτωση ουδέποτε ελήφθη σχετική απόφαση από το διοικητικό συμβούλιο και ουδεμία σχέση έχουν με την αντιμετώπιση της πανδημίας και τα μέτρα που ελήφθησαν για την προστασία των συναδέλφων», υπογραμμίζεται στο πόρισμα. Εξάλλου στο πόρισμα της επιτροπής περιλαμβάνονται και ερωτήματα που συνδέονται με τη φορολογία των ειδών που εμφανίστηκε ότι αγοράστηκαν. Συγκεκριμένα σημειώνεται πως παρ’ ότι τα συγκεκριμένα είδη επιβαρύνονται με ΦΠΑ 6%, ο σύλλογος κατέβαλε φόρο 24% που είχε συνέπεια να αυξηθεί η τιμή της αγοράς των προϊόντων.
Αναφορικά με την υπεξαίρεση, πληροφορίες της Voria.gr έλεγαν πως αφορά το ποσό που φτάνει τις 27.000 ευρώ για τα οποία όμως δεν βρέθηκε κανένα απολύτως δικαιολογητικό στα ταμεία του συλλόγου. «Επομένως το ποσό αυτό θεωρείται «τρύπα» δεν έχει βρεθεί», έλεγαν μέλη του διοικητικού συμβουλίου και συμπλήρωναν πως για τα χρήματα αυτά δεν έγιναν καθόλου δαπάνες, ούτε υπήρχαν οποιαδήποτε παραστατικά. Δεν απέκλειαν το ενδεχόμενο, καθώς το κατηγορητήριο δεν έχει ακόμη γνωστό, το συγκεκριμένο ποσό να συνδέεται με δαπάνες για απολυμάνσεις του δικαστικού μεγάρου, που καταγράφονται στα πορίσματα.
Η θέση του κατηγορούμενου
Από την πλευρά του, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου σε βάρος του οποίου ασκήθηκε η ποινική δίωξη, παρ’ ότι κατέθεσε το ποσό των 105.000 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, αμφισβητεί ότι έχει ευθύνη για τις συγκεκριμένες δαπάνες, εξηγώντας ότι η κατάσταση εκείνη δημιουργήθηκε μετά τον αιφνίδιο θάνατο του τότε επικεφαλής των οικονομικών υπηρεσιών του συλλόγου και πως ο ίδιος ακολούθησε τις πρακτικές που βρήκε χωρίς να γνωρίζει λεπτομέρειες. Υποστηρίζει μάλιστα ότι σκοπός εκείνη την περίοδο ήταν η προστασία της δημόσιας υγείας.
«Η δυσάρεστη αυτή εξέλιξη είχε επιπτώσεις στη λειτουργία του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, αλλά και στις δικές μου αρμοδιότητες καθώς σε πολλές περιπτώσεις, προκειμένου να διευθετήσουν έκτακτες εργασίες και να συνεχίσει η απρόσκοπτη λειτουργία του Συλλόγου κλήθηκα να ανταποκριθώ ακόμη και σε καθήκοντα και εργασίες ακόμη και πέραν των αρμοδιοτήτων μου. Έτσι λειτουργώντας καλόπιστα αναγκάστηκα να βοηθήσω προκειμένου να μην διακοπεί η διαδικασία προμήθειας των αντισηπτικών που βρίσκονταν σε εξέλιξη, τη στιγμή ακριβώς που το ζήτημα που κυριαρχούσε ήταν η προστασία της υγείας», είχε καταθέσει.
Το μέλος του διοικητικού συμβουλίου μετά την κατάθεση του ποσού είχε εκφράσει την επιφύλαξή του και μάλιστα με εξώδικό του προς τον δικηγορικό σύλλογο την περίοδο εκείνη είχε αναφέρει πως θα διεκδικήσει στο μέλλον τα χρήματα που κατέβαλε. Ακόμη αφήνει αιχμές για τις κινήσεις του δικηγορικού συλλόγου λέγοντας ότι στη μήνυση είχε γίνει αναφορά σε πλαστογραφία, όμως στη συνέχεια αυτό το σκέλος αποσύρθηκε από τους μηνυτές. Μάλιστα πληροφορίες αναφέρουν ότι παραπέμπει και στην έκθεση της πραγματογνωμοσύνης, που έγινε με παραγγελία του πταισματοδίκη, στην οποία αναφέρεται ότι οι δαπάνες δικαιολογούνται όλες πλην του ποσού των 27.000 ευρώ και ότι οι αγορές που έχουν επισημανθεί έγιναν κανονικά.