Φαινόμενο που μπορεί να δημιουργήσει το επικίνδυνο τετελεσμένο της ανοχής απέναντι στον αναθεωρητισμό και την παραβίαση του διεθνούς δικαίου χαρακτηρίζουν δύο διεθνολόγοι τη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Μιλώντας στη Voria.gr ο διεθνολόγος, ερευνητής του τμήματος Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος και ο διεθνολόγος με ειδικότητα στην ευρωπαϊκή ασφάλεια και στις νέες απειλές, Τριαντάφυλλος Καρατράντος, τονίζουν ότι η σύρραξη στην Ουκρανία μπορεί να ανοίξει τον Ασκό του Αιόλου και για άλλες περιπτώσεις επιβολής του «δίκαιου του ισχυρού» δια της στρατιωτικής δύναμης και τονίζουν ότι πρέπει να υπάρξει ξεκάθαρη και ουσιαστική καταδίκη από τους διεθνείς οργανισμούς.
«Στη σημερινή εποχή, ο αναθεωρητισμός επιβεβαιώνεται εκ νέου με το δόγμα του ισχυρού, που γίνεται πλέον καθεστώς. Διαμορφώνεται, λοιπόν, μία συνθήκη όπου κάθε κράτος δύναται πλέον να προωθεί και να επιβάλλει με την ισχύ συνοριακές αλλαγές, όταν και όπου θεωρεί ότι δεν θα συγκρουστεί με σημαντικά συμφέροντα ισχυρότερων. Αν θέλουμε να κρατήσουμε μία θετική ματιά σε αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι ότι μπορεί η κρίση να γίνει ευκαιρία, δηλαδή να ξυπνήσει επιτέλους η Ευρώπη και να καταλάβει ότι υπάρχει όντως κίνδυνος ασφάλειας με περιφερειακούς παίκτες, όπως η Τουρκία και η Ρωσία και να γίνει πιο σκληρή στην αντιμετώπιση των παικτών αυτών. Ας ελπίσουμε πως θα αφυπνιστεί από αυτά που γίνονται σήμερα στην Ουκρανία. Μπορεί να υπάρξει μία αφύπνιση, διότι θα πιέζουν τώρα οι ανατολικές χώρες που αισθάνονται τη Ρωσία ως κίνδυνο, προς μία κατεύθυνση κοινής εξωτερικής πολιτικής και κοινής αποτρεπτικής άμυνας. Η Γαλλία το θέλει κι άλλες χώρες το θέλουν, άρα μπορεί να κινητοποιηθεί η Ευρώπη και να συσπειρωθεί λόγω του ουκρανικού», αναφέρει ο κ. Δεσποτόπουλος.
«Εδώ καταστρατηγήθηκαν κεκτημένα δεκαετιών. Η κατάσταση αυτή μας οδηγεί πριν από το 1945 και τη δημιουργία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, τον θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο δομήθηκε το σημερινό σύστημα διεθνούς ειρήνης και παγκόσμιας ασφάλειας, που είχε στην καρδιά του τον σεβασμό στην εθνική κυριαρχία και στην ανεξαρτησία των κρατών και στο κομμάτι των εθνικών συνόρων. Είναι ξεκάθαρα παραβίαση του διεθνούς δικαίου του μεταπολεμικού συστήματος διεθνούς ασφάλειας, στο οποίο συμμετέχει και Ρωσία, που είναι από τα ιδρυτικά μέλη του ΟΗΕ και κατέχει μία μόνιμη θέση στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Είναι μία υποκρισία να βλέπουμε μία χώρα που έχει δικαίωμα αρνησικυρίας να παραβιάζει τον καταστατικό χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Θα πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις η διεθνής κοινότητα, οι διεθνείς οργανισμοί και κυρίως ΟΗΕ, ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση να είναι ξεκάθαροι ως προς τα αυστηρά πλαίσια. Δεν πρέπει να αφήνονται περιθώρια που ανοίγουν την όρεξη σε ηγέτες που δεν σέβονται το διεθνές δίκαιο. Να ξέρουν ότι υπάρχουν ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές», σημειώνει από την πλευρά του ο κ. Καρατράντος
Ο κίνδυνος για την Ελλάδα
Οι δύο διεθνολόγοι εκτιμούν ότι ο κίνδυνος η ρωσική επέμβαση να «ανοίξει την όρεξη» του Ερντογάν και της Τουρκίας για αντίστοιχες κινήσεις στην Κύπρο ή την Ελλάδα, είναι μεν υπαρκτός, όχι όμως και ιδιαίτερα πιθανός.
«Η Ελλάδα δεν είναι Ουκρανία και η Τουρκία δεν είναι Ρωσία. Έχει λειτουργήσει ήδη η ελληνική διπλωματία εδώ και καιρό και μέσα από τις αμυντικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ και κυρίως με τη Γαλλία. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι έχουμε ενισχύσει την αποτρεπτική μας δύναμη. Έχουμε μία αποτρεπτική δύναμη ισχυρή που είναι ικανή να αποθαρρύνει την Τουρκία. Η Τουρκία, βλέποντας αυτό το διεθνές περιβάλλον, αν η αποτρεπτική μας ικανότητα δεν ήταν ισχυρή, θα είχε επιχειρήσει κάτι στο Αιγαίο. Δεν θα την εμπόδιζαν πιθανές κυρώσεις από την Ευρώπη. Από την άλλη, όμως, το ότι υπάρχει μία αδυναμία της Δύσης να εμποδίσει τη Ρωσία να κάνει αυτά που κάνει, είναι ένα σήμα ανοχής του αναθεωρητισμού. Είναι ένας συστημικός κίνδυνος και μας ανησυχεί», δηλώνει ο κ. Δεσποτόπουλος.
«Η Τουρκία έχει τρία κοινά χαρακτηριστικά με τη Ρωσία. Πρώτον είναι μία χώρα με αυταρχική εξουσία, αυτό που συνηθίζουμε να λέμε συγκεντρωτισμό της εξουσίας, δεύτερον δεν έχει απόλυτη και ουσιαστική αποδοχή στο διεθνές δίκαιο και τρίτο είναι ο αναθεωρητισμός. Είναι δύο χώρες που δεν είναι ικανοποιημένες από το status quo και αυτό το βλέπουμε να εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Ο πρόεδρος Ερντογάν και η Τουρκία που έχει μία αντίστοιχη ρητορική και αντίληψη των πραγμάτων είναι μία χώρα που σίγουρα αντιλαμβάνεται με έναν προβληματικό τρόπο το διεθνές δίκαιο. Κι αυτό είναι το κομμάτι της αντιπαράθεσης με την Ελλάδα και την Κύπρο που είναι χώρες που σέβονται το διεθνές δίκαιο και το status quo. Κι εκεί σταματούν οι συσχετισμοί μεταξύ κρίσης στην Ουκρανία και πιθανής κρίσης στην Κύπρο ή στην Ελλάδα. Η Κύπρος και η Ελλάδα είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα είναι και μέλος του ΝΑΤΟ, ανήκει δηλαδή στον πυρήνα του ευρωατλαντικού συστήματος ασφαλείας που έχει άλλες ρήτρες. Επιπλέον, είναι γνωστό στην Τουρκία το αξιόμαχο των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, αλλά και το ότι η Ελλάδα έχει εκτείνει το εύρος των συμμαχιών της, ιδιαίτερα με τη Γαλλία και τις ΗΠΑ που είναι βασικοί παίκτες. Όλα αυτά σταθμίζονται, γιατί ο αυταρχικός ηγέτης δεν σημαίνει ότι είναι και παράφρων. Η Τουρκία θα συνεχίσει να έχει αυτήν την προκλητική ρητορική και να προσπαθεί να δημιουργεί ρηγματώσεις στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου, αλλά θεωρώ ότι θα σκεφτεί πολλαπλά αν θα μπορούσε κάνει ένα τέτοιο βήμα. Άλλωστε, παράλληλα είναι ανοιχτά τα κανάλια της διπλωματίας και είναι διαφορετικό το πλαίσιο», τονίζει ο κ. Καρατράντος.
Η στάση της Ευρώπης
Κρίσιμη, αλλά περιορισμένης δυναμικής χαρακτηρίζουν τη μέχρι στιγμής στάση της Ευρώπης. «Το πρόβλημα είναι η Ευρώπη. Γιατί για να υιοθετήσεις ισχυρές αντιδράσεις χρειάζεται η Ευρώπη. Καταρχάς για παγκόσμιου τύπου κυρώσεις, για παράδειγμα να αποβάλεις τη Ρωσία από το σύστημα Swift των διατραπεζικών συναλλαγών και μεταφοράς κεφαλαίων, χρειάζεσαι τη σύμφωνη γνώμη της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι διαιρεμένη και εξαρτημένη από το ρωσικό φυσικό αέριο, άρα δεν μπορεί να πυροβολήσει τα πόδια της. Συνεπώς οι κυρώσεις θα είναι περιορισμένες», εκτιμά ο κ. Δεσποτόπουλος.
«Η Ευρώπη έχει συγκεκριμένες δυνατότητες. Το ΝΑΤΟ έχει πολύ πιο ενισχυμένη στρατιωτική δυνατότητα από την ΕΕ. Άλλωστε έχει άλλη φύση, είναι μία συμμαχία άμυνας. Η Ευρώπη είναι ένας πολιτικο-οικονομικός κυρίως σχηματισμός που προσπαθεί να αναπτύξει και στρατιωτικό άξονα. Άρα είναι λογικό το βάρος από πλευράς Ευρώπης να πέσει στις κυρώσεις, κυρίως οικονομικές, κλιμακωτά και στο πολιτικό κομμάτι. Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν 27 διαφορετικές απόψεις που πρέπει να συγκεραστούν. Δεν εννοώ ότι κάποια χώρα – μέλος υποστηρίζει τη στρατιωτική επέμβαση, αλλά υπάρχουν διαφορετικές αποχρώσεις που μπορεί να οδηγούν στον ίδιο παρονομαστή. Είναι λογικό οι πολίτες να περιμένουν περισσότερα, όμως θα πρέπει να ξέρουμε ότι όταν δημιουργούνται τέτοιες συνθήκες δεν σταματάμε αστραπιαία. Η διπλωματία είναι το πρώτο χτύπημα. Σε μία στρατιωτική επιχείρηση δεν απαντάμε άμεσα με στρατιωτικές δυνάμεις, γιατί υπάρχει κίνδυνος κλιμάκωσης. Η Ευρώπη θα πάει όπως φαίνεται σε κυρώσεις πιο αυστηρές. Σε αυτήν την κατεύθυνση κινείται και η Ελλάδα σύμφωνα με τις δηλώσεις του πρωθυπουργού στο ΚΥΣΕΑ, αλλά και οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες», επισημαίνει ο κ. Καρατράντος.
Οικονομικές επιπτώσεις
Σημαντικές θα είναι, σύμφωνα με τον κ. Δεσποτόπουλος, οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης και στη χώρα μας. «Είναι η τιμή της ενέργειας, η τιμή των τροφίμων. Μην ξεχνάμε ότι η Ουκρανία είναι ο πέμπτος μεγαλύτερος προμηθευτής τροφίμων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Δηλαδή θα έχουμε, για παράδειγμα, μία μεγάλη αύξηση της τιμής του ψωμιού στην Ελλάδα και γενικά των τροφίμων. Και η αύξηση του πληθωρισμού φέρνει αύξηση των επιτοκίων, δηλαδή αύξηση του κόστους δανεισμού μίας χώρας, που σημαίνει προβλήματα στον προϋπολογισμό μας ή τουλάχιστον μεγαλύτερες δαπάνες στον προϋπολογισμό μας που εν μέρει μόνο μπορεί να καλυφθούν από την αύξηση των εσόδων λόγω της αύξηση του ΦΠΑ, δηλαδή της τιμής των καυσίμων», λέει χαρακτηριστικά.
Πώς θα εξελιχθεί η κρίση
Ο κ. Καρατράντος εκτιμά πως η Ρωσία δεν στοχεύει στην κατοχή μεγαλύτερου μέρους της Ουκρανίας, καθώς αυτό θα σήμαινε μεγάλο αριθμό στρατιωτών με τις αντίστοιχες οικονομικές επιπτώσεις: «Αυτή τη στιγμή κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιος είναι ο ουσιαστικός σχεδιασμός της Ρωσίας και του Πούτιν. Η λογική με όρους κόστους λέει ότι δεν υπάρχει στόχος για κατοχή μεγαλύτερου μέρους της Ουκρανίας. Το ζητούμενο είναι η δημιουργία τετελεσμένου με τη χρήση στρατιωτικής δύναμης και με το Κίεβο να βρίσκεται στον βασικό άξονα. Δηλαδή με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος η Ρωσία θέλει να δημιουργήσει μία αστάθεια στο κράτος της Ουκρανίας που να οδηγήσει σε αλλαγή κυβέρνησης προφανώς πιο φιλικά διακείμενης στη Ρωσία ή και ουσιαστικά ελεγχόμενης από τη Ρωσία. Ο δεύτερος στόχος είναι να πλήξει όσο το δυνατόν την άμυνα της Ουκρανίας, γι’ αυτό υπάρχει εκτεταμένη επίθεση σε στρατιωτικούς στόχους, σε συστοιχίες πυραύλων, σε αεροδρόμια, κυρίως δηλαδή στο κομμάτι της αεράμυνας».
Από την πλευρά του, ο κ. Δεσποτόπουλος εκτιμά ότι οι εχθροπραξίες θα κρατήσουν λίγο, αλλά ο αντίκτυπός τους θα έχει διάρκεια: «Νομίζω ότι θα έχουμε για κάποιες μέρες ακόμα -όχι πολλές- εχθροπραξίες και θα μπούμε μετά σε μία κατάσταση που νομίζω θα θυμίζει πολύ το Κυπριακό, δηλαδή περιοχές αυτόνομες που δεν θα αναγνωρίζονται από τη διεθνή κοινότητα. Πιθανόν να προσαρτηθούν και αυτές, όπως η Κριμαία, στη Ρωσία και να μην αναγνωρίζονται πάλι από τη διεθνή κοινότητα. Θα έχουμε μία ανοιχτή πληγή που εκτιμώ ότι θα κρατήσει χρόνια».