Σημαντική παρέμβαση για το θέμα του ελληνικού χρέους πραγματοποιεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ένα 24ωρο πριν από το κρίσιμο Eurogroup.
Το Ταμείο έδωσε στη δημοσιότητα έκθεση ανάλυσης για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους (DSA), στην οποία κάνει λόγο για την ανάγκη μιας «εμπροσθοβαρούς και άνευ όρων ελάφρυνσης χρέους για την Ελλάδα».
Όπως επισημαίνει, η χώρα πρέπει να λάβει άμεσα «παραχωρήσεις» σε ό,τι αφορά τα νέα δάνεια με μεγαλύτερη περίοδο χάριτος, μετάθεση πληρωμών και σταθερά επιτόκια. Είναι χαρακτηριστικό ότι ζητά η επόμενη δόση (που θα συζητηθεί αύριο) να δοθεί με νέους όρους -επιμήκυνση και σταθερά επιτόκια, για να σταλεί σήμα στις αγορές.
«Αυτό θα έστελνε ένα σημαντικό σήμα προς τις αγορές για τη δέσμευση των ευρωπαίων εταίρων να εκπληρώσουν όλα τα στοιχεία της αναδιάρθρωσης», τονίζει. Σημειώνει πάντως ότι το ΔΝΤ αντιλαμβάνεται και στηρίζει την ιδέα να εξαρτηθεί η μελλοντική ελάφρυνση χρέους από την εφαρμογή του προγράμματος. Τονίζει όμως ότι αυτή θα πρέπει να ολοκληρωθεί πριν λήξει το πρόγραμμα, δεδομένου ότι θα πρέπει όλο το σχέδιο να στηρίζει την αρχή του Ταμείου ότι η προσαρμογή θα πρέπει να ολοκληρωθεί εντός προγράμματος, ώστε η χώρα να αποκτήσει την επενδυτική εμπιστοσύνη.
Το Ταμείο πιέζει στην έκθεση για πιο δραστικά μέτρα, όπως η αναδιάρθρωση του ενός τρίτου των επίσημων δανείων στο τέλος κάθε χρονιάς ως το 2018.
Χωρίς τα μέτρα αυτά, προειδοποιεί το ΔΝΤ, το χρέος της χώρας θα εκτοξευτεί από το 180% στο 250% του ΑΕΠ ως το 2060. Οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες (GFN) θα εκτιναχτούν στο 60% του ΑΕΠ, τρεις φορές πάνω από το ανώτατο όριο που διασφαλίζει την βιωσιμότητα του χρέους.
Κατά συνέπεια απαιτείται μια σημαντική αναδιάταξη (reprofiling) των όρων των ευρωπαϊκών δανείων στην Ελλάδα για να υποχωρήσουν οι ακαθάριστες δανειακές ανάγκες κατά περίπου 20% του ΑΕΠ έως το 2040 και επιπλέον 20% έως το 2060, αναφέρει το Ταμείο στην έκθεση του.
Το ταμείο προτείνει έναν συνδυασμό τριών μέτρων για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους:
Παράταση των λήξεων: η παράταση των λήξεων των δανείων του EFSF, του ESM και των διακρατικών διμερών δανείων (GLF) έως και 14 έτη για τα δάνεια του EFSF, 10 έτη για τα δάνεια ESM και 30 έτη για τα GLF δάνεια θα μπορούσε να μειώσει τις ανάγκες χρηματοδότησης ως προς το ΑΕΠ και το δείκτη του χρέους 7% περίπου και 25% του ΑΕΠ μέχρι το 2060, αντίστοιχα. Ωστόσο, το μέτρο αυτό μόνο του δεν θα ήταν επαρκές για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας.
Διευκολύνσεις πληρωμών: τα δάνεια του EFSF έχουν ήδη επεκταθεί στο παρελθόν και τα δάνεια του ΕSM παρέχονται με μεγάλη περίοδο χάριτος και ωρίμανση. Η επέκταση των πληρωμών για την εξυπηρέτηση του χρέους περαιτέρω θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση στις ανάγκες χρηματοδότησης ως προς το ΑΕΠ περαιτέρω κατά 17% του ΑΕΠ μέχρι το 2040 και 24% από το 2060, επιτρέποντας στην Ελλάδα να επωφεληθεί από τα χαμηλά επιτόκια του ESM για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, στοιχείο που θα μειώσει το χρέος κατά 84% του ΑΕΠ μέχρι το 2060.
Αυτό θα συνεπάγεται επέκταση των περιόδων χάριτος του υφιστάμενου χρέους, κυμαίνονται από 6 έτη για τα δάνεια ΕSM έως 17 και 20 ετών για τα δάνεια του EFSF και των GLF δανείων, αντίστοιχα, καθώς και επέκταση της αναβολής για τις πληρωμές τόκων για τα δάνεια του EFSF κατά επιπλέον 17 χρόνια μαζί με τις αναβολές των πληρωμών των τόκων για τον ESM και τα διμερή δάνεια μέχρι 24 έτη. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, οι ανάγκες χρηματοδότησης ως προς το ΑΕΠ θα υπερβαίνει το 20% από το 2050 και μετά και το χρέος θα είναι σε ανοδική πορεία.
Σταθερά επιτόκια: Για να εξασφαλιστεί ότι το χρέος μπορεί να παραμείνει σε καθοδική πορεία, τα επιτόκια θα πρέπει να καθοριστούν σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα, επίπεδο που δεν υπερβαίνει το 1,5% μέχρι το 2040. Στο πλαίσιο αυτό, ο ESM θα μπορούσε να επιχειρήσει να επωφεληθεί από το ευνοϊκό περιβάλλον επιτοκίων και να προσπαθήσει να κλειδώσει τα ποσοστά για το σύνολο των δανείων του EFSF / ESM στα τρέχοντα μακροπρόθεσμα επιτόκια της αγοράς, εξαλείφοντας και τα spreads που εφαρμόζονται σήμερα στα διμερή δάνεια.
Την ίδια στιγμή το Ταμείο εκφράζει ισχυρές αμφιβολίες για τους στόχους του πρωτογενούς πλεονάσματος: «Ακόμα και αν η Ελλάδα μέσα από μια ηρωική προσπάθεια μπορέσει προσωρινά να φτάσει σε πλεόνασμα κοντά στο 3,5% του ΑΕΠ, λίγες χώρες έχουν καταφέρει να φτάσουν και να διατηρήσουν τόσο υψηλά επίπεδα πρωτογενών αποτελεσμάτων για μια δεκαετία ή περισσότερο, και είναι εξαιρετικά απίθανο η Ελλάδα να το κάνει λαμβάνοντας υπόψη τους ακόμα αδύναμους οργανισμούς χάραξης πολιτικής και τις προβλέψεις που δείχνουν ότι η ανεργία θα παραμείνει σε διψήφια ποσοστά για αρκετές δεκαετίες. Σε αυτό το πλαίσιο, το μικρό πρωτογενές πλεόνασμα το οποίο προέκυψε το 2013 αποδείχθηκε βραχύβιο, καθώς δύο διαδοχικές κυβερνήσεις, καλύπτοντας όλο το πολιτικό φάσμα, γρήγορα υπέκυψαν στις πιέσεις να το ξοδέψουν. Με βάση τα παραπάνω, το προσωπικό θεωρεί ότι η ανάλυση βιωσιμότητας θα πρέπει να βασίζεται σε πρωτογενές πλεόνασμα όχι πάνω από το 1,5% του ΑΕΠ. Αυτός είναι ένας εύλογος στόχος, αν και παραμένει φιλόδοξος καθώς απαιτεί η δημοσιονομική προσαρμογή να υποστηρίζεται από πολύ ισχυρότερη στήριξη για μεταρρυθμίσεις και πολύ ισχυρότερη αποφασιστικότητα από τους φορείς χάραξης πολιτικής, στην Ελλάδα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο», αναφέρεται στην έκθεση.