Του Κωνσταντίνου Β. Κόλλια*
Η ελληνική οικονομία διανύει το 2023 με δύο βασικά χαρακτηριστικά:
Το πρώτο αφορά στην τριετία, που πέρασε. Μια περίοδος, η οποία χαρακτηρίστηκε από πολύ δύσκολες κρίσεις, όπως αυτή της πανδημίας και στη συνέχεια η ενεργειακή.
Μεταξύ πολλών πρωτόγνωρων καταστάσεων και συνθηκών, κατά τη διάρκεια των οποίων έπρεπε να υπάρχει η καλύτερη δυνατή και εφικτή ισορροπία μεταξύ της στήριξης κοινωνικών ομάδων και επιχειρήσεων από τη μία πλευρά, και του μικρότερου δυνατού δημοσιονομικού εκτροχιασμού από την άλλη, η ελληνική οικονομία έδειξε ότι έχει σημαντικές αντιστάσεις και ποιοτικά χαρακτηριστικά τέτοια, τα οποία τη βοήθησαν ώστε όχι μόνο να επιστρέψει με αναπτυξιακή δυναμική από την πανδημία του κορωνοϊού, αλλά και να καταγράψει ανάπτυξη πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Επιπλέον, η διατήρηση αυτής της ανάπτυξης έρχεται σε μια περίοδο όπου οι περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες είτε κινούνται με αναιμική ανάπτυξη είτε συρρικνώνονται.
Κι όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι η ενεργειακή κρίση και η παρεπόμενη παγκόσμια αβεβαιότητα, που ακολούθησαν τον πόλεμο στην Ουκρανία, έχουν συμπιέσει την κατανάλωση, έχουν αυξήσει τον πληθωρισμό, έχουν καθυστερήσει επενδύσεις και έχουν επιβραδύνει τον ρυθμό ανάκαμψης της χώρας.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό αφορά στις εκτιμήσεις για τη φετινή χρονιά και την επόμενη, οι οποίες μιλούν για επιβράδυνση μεν του ρυθμού ανάπτυξης, αλλά τριπλάσιο ρυθμό από την υπόλοιπη Ευρωζώνη. Η συγκεκριμένη εξέλιξη δημιουργεί τις προϋποθέσεις, ώστε να καμφθούν οι αντιρρήσεις και των πλέον διστακτικών επενδυτών.
Ακόμα περισσότερο, όταν ο βασικός στόχος της χώρας φέτος είναι η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.
Ένας στόχος, η επίτευξη του οποίου θα φέρει ακόμα περισσότερες επενδύσεις, άρα και θέσεις εργασίας, ενώ ταυτόχρονα θα μειώσει το κόστος δανεισμού για την Ελληνική Δημοκρατία, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Διότι θα σημάνει την απόλυτη αποκατάσταση της αξιοπιστίας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Και είναι πολύ σημαντικές οι εκτιμήσεις των επενδυτικών τραπεζών, όπως της Goldman Sachs, στις 29 Μαρτίου, που μιλά για ανάκτηση της βαθμίδας ακόμα και στις 21 Απριλίου.
Δηλαδή, πολύ νωρίτερα από ό,τι ανέφεραν οι περισσότερες εκτιμήσεις μέχρι τώρα.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα σε επενδύσεις με ουσιαστικό αποτύπωμα στη μακροπρόθεσμη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας.
Όχι μόνο μέσω της εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, υποστηρικτικών του επιχειρείν, αλλά και της γρήγορης, σωστής και αποτελεσματικής αξιοποίησης όλων των διαθέσιμων εργαλείων χρηματοδότησης.
Όπως οι τρεις βασικές πηγές αυτής της περιόδου. Δηλαδή, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το ΕΣΠΑ της νέας περιόδου 2021-2027 και ο νέος Αναπτυξιακός νόμος.
Με αυτά τα εργαλεία, είναι εφικτό τόσο να δημιουργηθούν νέες επιχειρήσεις, με κύρια χαρακτηριστικά την καινοτομία και την εξωστρέφεια, ώστε να μπορούν να ανταγωνίζονται τις αντίστοιχες εκτός συνόρων, όσο και να βοηθηθούν οι υφιστάμενες, και δη οι μικρομεσαίες, ώστε να ανασυνταχθούν και να μετασχηματιστούν, ενισχύοντας παράλληλα το ανταγωνιστικό τους προφίλ.
Αναμφισβήτητα, η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι κομβικής σημασίας, λόγω της ταχείας απορρόφησης και του συνολικού μεγέθους των κονδυλίων.
Σημαντικό, όμως, ρόλο διαδραματίζουν και οι άλλες δύο πηγές ρευστότητας, ενώ είναι εφικτός, υπό περιορισμούς, ο συνδυασμός των εργαλείων χρηματοδότησης.
Αυτό βοηθά σημαντικά κυρίως τις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, καθώς τους προσφέρει ταυτόχρονα πολλαπλάσια οφέλη, που από μόνες τους θα αδυνατούσαν να αποκομίσουν.
Συνεπώς, σε ένα περιβάλλον διατήρησης των υψηλών επιτοκίων, οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν πολλά χρηματοδοτικά εργαλεία, ώστε και να αντιμετωπίσουν την αύξηση του κόστους χρήματος, αλλά και να μπορέσουν να διευρύνουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο, προς την πράσινη μετάβαση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό.
Διότι, στο τέλος της ημέρας, όλα αυτά σημαίνουν υγιή και βιώσιμη ανάπτυξη, προς όφελος των πολιτών και της κοινωνίας ευρύτερα.
*Ο Κωνσταντίνος Β. Κόλλιας είναι Πρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος