Σε έναν ενιαίο λογαριασμό που θα τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος και θα βρίσκεται υπό την εποπτεία του υπουργού Οικονομικών θα μεταφερθούν τα ταμειακά διαθέσιμα όλων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, δηλαδή ασφαλιστικών ταμείων και οργανισμών του Δημοσίου, σύμφωνα με διάταξη που προστέθηκε στο τελικό κείμενο του πολυνομοσχεδίου, όπως αυτό κατατέθηκε στη Βουλή.
Ο «Ενιαίος Λογαριασμός Θησαυροφυλακίου» θα συσταθεί ως τις 31 Δεκεμβρίου, και μέσω αυτού ο υπουργός Οικονομικών, θα παρακολουθεί και θα προγραμματίζει με ενιαίο τρόπο τις ταμειακές ροές από και προς αυτόν, θα προσδιορίζει το ύψος των διαθεσίμων και τις ανάγκες δανεισμού, και θα διαχειρίζεται τα διαθέσιμα προς τοποθέτηση πλεονάσματα.
«Σε περίπτωση δέσμευσης λογαριασμού για ειδικούς σκοπούς του Δημοσίου απαιτείται προηγούμενη απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια» αναφέρεται στο νομοσχέδιο.
Το Ελληνικό Δημόσιο για τα διαθέσιμά του σε ευρώ ή συνάλλαγμα δύναται να συνιστά έντοκους λογαριασμούς σε εμπορικές τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα του εσωτερικού ή του εξωτερικού, να αναθέτει τη διαχείριση αυτών, καθώς και τη διεξαγωγή των συναλλαγών του, στον ΟΔΔΗΧ, στην Τράπεζα της Ελλάδος, στις εμπορικές τράπεζες ή σε οποιονδήποτε άλλο πιστωτικό ίδρυμα του εσωτερικού ή του εξωτερικού που παρέχει τα προς τούτο εχέγγυα κατά οποιονδήποτε άλλον τρόπο κρίνεται αποδοτικότερος ή προσφορότερος για την προώθηση της γενικότερης οικονομικής πολιτικής.
Ο Υπουργός Οικονομικών καθίσταται αρμόδιος για την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών όλων των φορέων. Προβλέπεται η υποχρεωτική σύμπραξή του σε κανονιστικές διοικητικές πράξεις που προκαλούν όχι μόνο δαπάνη αλλά και απώλεια εσόδων.
Προβλέπεται κατάργηση από 1.1.2017 του προληπτικού ελέγχου που ασκεί το Ελεγκτικό Συνέδριο στις δαπάνες του Κράτους και από 1.1.2019 στις δαπάνες των λοιπών φορέων «με μετατόπιση της έμφασης στους κατασταλτικούς ελέγχους».
Επίσης, καθίστανται αυστηρότερες οι κυρώσεις για τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται αρνητική απόκλιση άνω του 10% στην εκτέλεση των προϋπολογισμών από τους τριμηνιαίους δημοσιονομικούς στόχους και στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται για δύο συνεχόμενα τρίμηνα απόκλιση άνω του 10% από τους δημοσιονομικούς στόχους και δεν έχουν ληφθεί τα προβλεπόμενα μέτρα.