Skip to main content

Θεσσαλονίκη - Σεξουαλική κακοποίηση: Μόλις 2 στα 100 παιδιά-θύματα απευθύνονται στις Αρχές

Τριπλασιάστηκαν από το 2016 έως το 2021 οι υποθέσεις που έχει κληθεί να χειριστεί η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος σχετικά με την παιδική κακοποίηση.

Οι βασικοί κανόνες για την πρόληψη και την αντιμετώπιση των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών παρουσιάστηκαν σε ενημερωτική εκδήλωση που οργάνωσε το Τμήμα Προγραμμάτων και Δια Βίου Μάθησης του δήμου Θεσσαλονίκης στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης.

Οδηγίες προς τους γονείς έδωσαν η βουλευτής Α' Θεσσαλονίκης της ΝΔ, Έλενα Ράπτη, συντονίστρια εκ μέρους της Ελλάδας του προγράμματος «Ένα στα Πέντε» του Συμβουλίου της Ευρώπης για τον τερματισμό της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών και ο προϊστάμενος του τμήματος Διαδικτυακής Προστασίας Ανηλίκων της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βόρειας Ελλάδας, Ευάγγελος Μπέσας.

Όπως ανέφερε η κ. Ράπτη, ένα στα πέντε παιδιά στην Ευρώπη πέφτει θύμα κάποιας μορφής σεξουαλικής παρενόχλησης ή κακοποίησης -εξ ου και το όνομα του προγράμματος- με το ποσοστό στη χώρα μας να ανέρχεται στο 16%, ενώ στις εννέα από τις δέκα περιπτώσεις θύτης είναι άτομο από το συγγενικό ή το οικείο περιβάλλον του θύματος. Η κ. Ράπτη παρουσίασε το φυλλάδιο και τα βίντεο για την ενημέρωση των παιδιών ηλικίας 4 έως 8 ετών, ώστε να είναι υποψιασμένα και να μπορέσουν να διαχειριστούν μία ενδεχόμενη προσέγγιση από ύποπτα άτομα που συνοψίζονται στα εξής:

· Ότι κανείς δεν μπορεί να αγγίξει το σώμα του χωρίς την άδειά του. Έχουν δικαίωμα να αρνηθούν ακόμα και ένα φιλί ή ένα χάδι.

· Ο κανόνας του εσώρουχου, το οποίο είναι το όριο ανάμεσα στο καλό και στο ανάρμοστο άγγιγμα, κάτι που δεν μπορούν να διαχωρίσουν τα παιδιά αυτής της ηλικίας.

· Να γνωρίζουν τη διαφορά ανάμεσα στο καλό και στο κακό μυστικό. Η διαφορά έγκειται στο πώς μας κάνει να αισθανόμαστε. Εάν προκαλεί στεναχώρια, ντροπή είναι ενοχή είναι κακό.

Η κ. Ράπτη τόνισε πως είναι σημαντικό να φτιάξουν τα παιδιά ένα δίκτυο ασφαλείας ατόμων στα οποία μπορούν να μιλήσουν, που θα αποτελείται από ένα συγγενικό πρόσωπο και ένα εκτός συγγενικού περιβάλλοντος για την περίπτωση που υπάρχει κακοποίηση εντός της οικογένειας. Η ίδια προέτρεψε τους γονείς να ζητήσουν από το παιδί να τους ενημερώνει όταν κάποιος του προσφέρει δώρα τακτικά, του ζητά να κρατήσει μυστικά ή προσπαθεί να βρεθεί μόνος/η μαζί του, τονίζοντας ότι η ενημέρωση πιάνει τόπο και τα παιδιά βάζουν τα όριά τους. Η κ. Ράπτη σημείωσε ότι σε περίπτωση που οι γονείς υποψιαστούν κάτι, να μην θυμώσουν με το παιδί, να μην το κάνουν να νιώσει ότι φταίει ή έκανε κάτι κακό, να μην δείξουν ταραχή και να μην βγάλουν βιαστικά συμπεράσματα. Αντιθέτως, να διαβεβαιώσουν το παιδί ότι θα ασχοληθούν με το θέμα και να επικοινωνήσουν με ψυχολόγο, γιατρό, κοινωνικό λειτουργό ή την αστυνομία. Σε ό,τι αφορά τους διαδικτυακούς κινδύνους, ανέφερε ότι τετραπλασιάστηκαν κρούσματα μέσω διαδικτύου κατά τη διάρκεια της πανδημίας και πρόσθεσε ότι τα παιδιά πρέπει να μάθουν να μην δέχονται αιτήματα φιλίας από άτομα που δεν γνωρίζουν, να μην ανεβάζουν προσωπικά δεδομένα και φωτογραφίες και να μην λένε πού βρίσκονται.

Η κ. Ράπτη τόνισε ότι δυστυχώς μόλις 2 στα 100 παιδιά απευθύνονται στις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές, σημειώνοντας πως πρέπει να μάθουν ότι υπάρχουν ομάδες επαγγελματιών που μπορούν να βοηθήσουν και ειδικά κέντρα στα οποία μπορούν να απευθυνθούν.

Από την πλευρά του ο κ. Μπέσας ανέφερε ότι οι υποθέσεις που χειρίστηκε η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος τριπλασιάστηκαν από το 2016 μέχρι το 2021. Πέρσι, όπως είπε, υπήρξε αύξηση 21,7% στο σύνολο των νέων υποθέσεων που χειρίστηκε η υπηρεσία, το τηλεφωνικό κέντρο της οποίας δέχτηκε 89.390 κλήσεις. Επισήμανε ότι το έγκλημα στον κυβερνοχώρο τελείται γρήγορα, δεν γνωρίζει σύνορα, δεν απαιτεί μετακίνηση του δράση, αφήνει όμως ψηφιακά ίχνη, ενώ η έρευνα των υποθέσεων είναι ιδιαίτερα απαιτητική, δεδομένης της εμπλοκής ατόμων από διαφορετικές χώρες. Ο κ. Μπέσας προέτρεψε τους γονείς να μην απαγορεύουν, αλλά να είναι επιφυλακτικοί με το διαδίκτυο και σε ύποπτες περιπτώσεις να κάνουν κλικ στο προφίλ του χρήστη για να βγει ο πλήρης σύνδεσμος της ηλεκτρονικής τους διεύθυνσης και να σημειώνουν ακριβή μέρα και ώρα, ώστε να διευκολύνουν τις έρευνες. Τόνισε, επίσης, ότι πρέπει να καταγγέλλονται τα περιστατικά, προκειμένου να εντοπίζονται οι δράστες.

Τέλος, συμβούλευσε τους γονείς να δίνουν το σωστό παράδειγμα με τη δική τους διαδικτυακή συμπεριφορά, να ελέγχουν τις ρυθμίσεις απορρήτου των λογαριασμών τους, να εγκαθιστούν εφαρμογή γονεϊκού ελέγχου, να κάνουν ανασκόπηση της λίστας των φίλων των παιδιών τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να συμβουλεύουν τα παιδιά τους να μην ανοίγουν συνδέσμους άγνωστης προέλευσης, να συζητούν με τα παιδιά για τους κινδύνους που υπάρχουν και να αντιμετωπίσουν με ψυχραιμία αν αντιληφθούν οποιοδήποτε πρόβλημα, διαφυλάσσοντας στοιχεία που μπορεί να βοηθήσουν την έρευνα.