Skip to main content

Το σκαλοπάτι που γράφει «Μαυρομιχάλης Θωμάς»

Ο πιο ξακουστός Μανάβης της χώρας, ο πιο παρασημοφορημένος στρατηγός, ο γητευτής των οπαδών των οπαδών του ΠΑΟΚ: το αντίο σε έναν αστικό μύθο που τώρα ξυπνάει

Την πρώτη φορά που μετακόμισα πιτσιρίκι στη Θεσσαλονίκη και ξεπαρθενεύτηκα στην Τούμπα ήταν εκεί, αλλά δεν τον είδα. Ήμουν λίγα μέτρα παραπέρα, στη Θύρα 5, μα το βλέμμα μου δεν ξεκολλούσε από 'κεινη την πορτοκαλί συμπαγή ανθρώπινη μάζα που βρισκόταν στην καρδιά τής 4α και παλλόταν, πότε συντονισμένα και πότε ασυντόνιστα, γύρω από ένα λιτό αλλά επιβλητικό ασπρόμαυρο πανί μ' έναν δικέφαλο αετό, στο οποίο αναγραφόταν «Σύνδεσμος Φίλων ΠΑΟΚ Θύρα 4».

Αγνοούσα τότε την ύπαρξη του Μάκη του Μανάβη, αλλά βίωνα την επίδρασή του σε καθετί ΠΑΟΚτσήδικο. Μαγεύτηκα. Και, με τον καιρό, συνέχισα να μαγεύομαι κάθε φορά που άκουγα γι' αυτόν και τους περιώνυμους οπαδικούς άθλους του. Όταν αυτός έκανε πίσω, η τότε νέα γενιά, που δεν τον είχε ζήσει, έπρεπε να κρατήσει μια σκυτάλη ασήκωτη, αβάσταχτη, αλλά και να διανύσει μια αναπόδραστη διαδρομή, που επίτασσε την πρώτη θέση και καμία άλλη. Να αναλάβει να μεταλαμπαδεύσει έναν, έως τότε, ατσαλάκωτο μύθο: αυτόν του εκδρομικού λαού του ΠΑΟΚ. Του μύθου που έχτισε αυτός, του μύθου που έζησαν πολλοί, του μύθου που ζηλεύουμε εμείς.

Όσο υπάρχει τράπουλα
θα βγαίνουνε ρηγάδες,
κι όσο υπάρχουν δάσκαλοι
θα βγαίνουν μαθητάδες

Δεν τον είδα ποτέ να καταπίνει χιλιόμετρα.

Δεν τον είδα ποτέ πάνω στο κάγκελο, με το δίμετρο άνοιγμα χεριών, να δίνει σύνθημα με στεντόρεια φωνή.

Δεν τον είδα στο τσιμέντο να ενορχηστρώνει τον ρυθμό και να παίρνει η Τούμπα φωτιά.

Δεν τον είδα σκαρφαλωμένο σε κάποιον στύλο να ορίζει «εσείς "ΠΑΟΚάρα", εσείς "ομαδάρα"».

Δεν τον είδα στο χαμηλοτάβανο να καταστρώνει κάποιο στρατηγικό σχέδιο, να δίνει κάποια εμψυχωτική ομιλία πριν από κάποια μάχη, να κάνει χουλιαμά.

Δεν το είδα αποβραδίς στο Χαριλάου και στο Καυτανζόγλειο.

Δεν τον είδα σε κάποια γαλαρία σε κάποιο πούλμαντο να κατεβαίνει στην Αθήνα ή σε κάποιο βρόμικο βαγόνι κάποια νύχτα να γυρνάει από κάποια εκστρατεία στη Λάρισα.

Δεν τον είδα σε κάποιο εστιατόριο στην Εθνική Οδό να «καρφώνει» κάποιον με διαπεραστικό βλέμμα.

Δεν τον είδα να στραβοστομιάζει μπροστά σ' έναν πολιτσμάνο, να προσγειώνει αυτά τα μακριά δάχτυλα σε κάποιον σβέρκο.

Δεν τον είδα να κατεβαίνει πρώτος στον σταθμό Λαρίσης για να δει μήπως υπάρχει πέσιμο.

Δεν τον είδα στα σκοτεινά σοκάκια της Ομόνοιας να τσεκάρει για ενέδρες, να τη σακουλεύεται ότι κάτι δεν πάει καλά έξω απ' τον Πανελλήνιο.

Δεν τον είδα στο άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας να ρητορεύει πριν από μία επιθετική άμυνα.

Δεν τον είδα στο Γεώργιος Μόσχος να πετά κάποιο φιστίκι ή κάποιο στραγάλι.

Δεν τον είδα στον Τάφο του Ινδού να λύνει τα μαναβόσκυλα.

Δεν τον είδα να σουλατσάρει έξω απ' το Καραϊσκάκης.

Δεν τον είδα έξω απ' το ΟΑΚΑ να παρασέρνει τα πάντα στο διάβα του.

Δεν τον είδα να γίνεται λάβα στην Αλαμάνα.

Δεν τον είδα σε κάποια πέτρινη βροχή στον ηλεκτρικό, σε κάποιον συρμό με θρύψαλα τα τζάμια.

Δεν τον είδα ποτέ να λέει ΠΑΟΚλέ, αμπαλαέα κι αμπαλουτσακέ.

Τον βλέπω, όμως, σε κάθε πιτσιρικά από την Καλαμάτα, την Ιεράπετρα, την Πρέβεζα, την Αμαλιάδα, τη Χαλκίδα, την Κάλυμνο, τη Χίο, τη Ζάκυνθο, την Καλλιθέα, την Καισαριανή, τη Νίκαια, την Καλαμπάκα, τη Βάρη, το Ναύπλιο και το Μεσολόγγι, που στο ερώτημα «τι ομάδα είσαι» απαντάει με φουσκωμένο στήθος και πλευρά ανοιγμένα σαν παγώνι: «ΠΑΟΚ ρε».

Τον βλέπω κάθε φορά που μπαίνω στην Τούμπα, όταν γυρνάω το κεφάλι στο σκουριασμένο μπαλκονάκι της 4α.

Τον βλέπω κάθε φορά σε κάθε αναποδογυρισμένο μπουφάν φλάι.

Τον βλέπω κάθε φορά που αντικρίζω σε κάποιον λαιμό το παλαιστινιακό.

Τον βλέπω κάθε φορά που γυρίζω πλάτη στο γήπεδο για να χοροπηδήξω ανάποδα, κάθε φορά που απλώνω τα χέρια μου στους διπλανούς μου, κάθε φορά που κάθομαι κάτω για να κάνουμε τον «σεισμό», κάθε φορά που στριφογυρνάει σαν έλικας το κασκόλ στον αέρα.

Τον βλέπω κάθε φορά που πωρώνεται και πυρακτώνεται η κερκίδα, κάθε φορά που τα ντεσιμπέλ τερματίζουν.

Τον βλέπω κάθε φορά που τρώμε γκολ να με κοζάρει απ' το κάγκελο και να μ' ουρλιάζει «τώρα θέλει φωνή».

Τον βλέπω κάθε φορά που κοιτάω σ' έναν τοίχο γραμμένο «PAOK G4», είτε στο Νευροκόπι είτε στην Ευρώπη, είτε στη Βεύη είτε στη Γενεύη.

Τον βλέπω κάθε φορά σε κάθε πέταλο σε κάθε γήπεδο.

Τον βλέπω κάθε φορά που παίζει ο ΠΑΟΚ.

Θα τον βλέπω κάθε φορά που ένα ξέπνοο σύνθημα θα διαδέχεται το μακρόσυρτο «τίποτα» και το εκφοβιστικό «πιο δυνατά, ρε».

Θα τον βλέπω κάθε φορά που θα οπλίζεται το χέρι μου να γράψω για τον ΠΑΟΚ.

Θα τον βλέπω κάθε φορά που θα θυμάμαι εκείνο το «Νίκο γ... την Έφη γιατί χανόμαστε».

Θα τον βλέπω κάθε φορά που θα κοιτάω ένα αστυνομικό γκλοπ ν' ανεβοκατεβαίνει με μανία.

Θα τον βλέπω κάθε φορά στην ιαχή «αδέρφια ζείτε».

Θα τον βλέπω κάθε φορά που, με την ψυχή στο στόμα, θα μπαίνω στα Τέμπη.

Θα τον βλέπω σ' εκείνο το σκαλοπάτι που θα γράφει: «Μαυρομιχάλης Θωμάς».