Η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί μια αναγκαία και αμετάκλητη διαδικασία, η οποία όμως συνοδεύεται από αντικρουόμενους στόχους. Η ενεργειακή πολιτική καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιτάχυνση της μετάβασης, τη διατήρηση ανταγωνιστικών τιμών και το άνοιγμα της αγοράς, τόσο ως προς την ανάληψη μεγαλύτερου εμπορικού κινδύνου από τους ιδιώτες όσο και ως προς τη συμμετοχή περισσότερων εγχώριων μικρομεσαίων φορέων, δήλωσε από το βήμα του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, ο Σπύρος Βενετσιάνος, Γενικός Διευθυντής Επικεφαλής Structured Finance της Eurobank.
«Δεν μπορείς να έχεις ταυτόχρονα γρήγορη μετάβαση, χαμηλές τιμές και πλήρες άνοιγμα της αγοράς», είναι το βασικό συμπέρασμα, σύμφωνα με τον κ. Βενετσιάνο, καθώς οι στόχοι αυτοί δεν είναι πλήρως συμβατοί και απαιτούν σαφείς επιλογές και προτεραιότητες. Παράλληλα, η ενεργειακή μετάβαση συνεχίζει να αντιμετωπίζει την επάρκεια και την ταχύτητα ανάπτυξης των δικτύων, την πολυπλοκότητα των αδειοδοτικών διαδικασιών, τους νομικούς κινδύνους και τις ιδιαιτερότητες της γεωγραφίας και της χρήσης γης.
Ενδεικτικά, όπως ανέφερε στην τοποθέτησή του, το κόστος παραγωγής ενέργειας από φωτοβολταϊκά σε αγορές όπως η Σαουδική Αραβία είναι τουλάχιστον 60% φθηνότερο από αυτό στην Ελλάδα, εκ των οποίων λιγότερο από το 20% οφείλεται στη βελτιωμένη απόδοση λόγω ηλιακής ακτινοβολίας, γεγονός που αναδεικνύει το ρόλο των τοπικών συνθηκών και των υποδομών και τι μπορεί να επιτευχθεί με οικονομίες κλίμακας.
Όπως επισήμανε, η παρούσα συνθήκη οδηγεί σε ασύμμετρη ανάπτυξη τεχνολογιών και εξήγησε ότι:
* Τα φωτοβολταϊκά αναπτύσσονται ταχύτερα, καθώς αποτελεί την ευκολότερη τεχνολογία στην υλοποίηση
* Η αιολική ενέργεια προχωρά σε πιο αργούς ρυθμούς, λόγω διασυνδέσεων και περιορισμών στη γη, το περιβάλλον και από την κοινωνική αποδοχή
* Η αποθήκευση ενέργειας προχωρά πολύ αργά λόγω ελλιπούς ή καθυστερημένης διαμόρφωσης του πλαισίου .
Οι ανισορροπίες αυτές δημιουργούν αυξανόμενη πίεση στη λειτουργία της αγοράς, ενώ σε περιόδους υψηλής παραγωγής μεταξύ άλλων και από φωτοβολταϊκά, αυτή δεν μπορεί πάντα να απορροφηθεί ή να αποθηκευτεί, οδηγώντας ακόμη και σε μηδενικές ή αρνητικές τιμές και σε περικοπές (curtailment). Αντίθετα, σε ώρες αιχμής, οι τιμές αυξάνονται σημαντικά, λόγω περιορισμένης ευελιξίας στο σύστημα.
«Οι ανισορροπίες που βλέπουμε σήμερα δεν είναι πρόβλημα, είναι το σύμπτωμα μιας μετάβασης που εξελίσσεται ταχύτερα από τις υποδομές», τόνισε ο κ. Βενετσιάνος.
Επισήμανε ακόμη ότι οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν άμεσα το επενδυτικό περιβάλλον, καθώς η αυξανόμενη έκθεση σε αγοραίο κίνδυνο και η περιορισμένη προβλεψιμότητα εσόδων οδηγούν σε υψηλότερο κόστος κεφαλαίου και δυσμενέστερους όρους χρηματοδότησης, που πάντα παραμένουν από τους καλύτερους στην Ευρώπη.

Σύμφωνα με τον κ. Βενετσιάνο, η καινοτομία μπορεί να επιταχύνει τη μετάβαση, εφόσον μεταφράζεται σε υλοποιήσιμες και χρηματοδοτήσιμες λύσεις, ιδίως σε τομείς όπως:
* Η εφαρμογή λύσεων αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες και αντλησιοταμίευση)
* Βελτιστοποίηση της λειτουργίας των δικτύων και της πρόβλεψης / διαμόρφωσης φορτίου
* Δυνατότητα ενσωμάτωσης μπαταριών σε υφιστάμενες μονάδες ΑΠΕ (υβριδικά)
Το βασικό ζητούμενο της επόμενης φάσης δεν είναι η φιλοδοξία, αλλά η υλοποίηση για τον κ. Βενετσιάνο, ο οποίος σημείωσε ότι «η πρόκληση δεν είναι η κατεύθυνση — είναι η ταχύτητα και η ικανότητα υλοποίησης».
Για τον ρόλο της Eurobank είπε ότι έχει διαχρονική παρουσία στη χρηματοδότηση της ενεργειακής αγοράς στην Ελλάδα, έχοντας υποστηρίξει όλες τις φάσεις της εξέλιξής της, από τις πρώτες επενδύσεις έως τη σημερινή φάση της ενεργειακής μετάβασης. Επιπλέον, παραμένει ενεργά προσανατολισμένη στη στήριξη της επόμενης φάσης, συμβάλλοντας στη χρηματοδότηση έργων που ενισχύουν τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος.
Κατέληξε δε λέγοντας πως η μεταβλητότητα και οι ανισορροπίες που παρατηρούνται σήμερα δεν αποτελούν σημάδια αποτυχίας, αλλά συμπτώματα μιας ταχείας μετάβασης που απαιτεί προσαρμογή, επενδύσεις και ρεαλισμό.