Για την κυβέρνηση η περίοδος ωρίμανσης διήρκεσε τελικώς ακριβώς τρεις μήνες. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει αβίαστα, αν παρατηρήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματευόταν με τους εταίρους τον περασμένο Φεβρουάριο και τον τρόπο που ακολουθούν σήμερα.
Για παράδειγμα, τότε, όπως παραδέχονται σε κατ' ιδίαν συζητήσεις τους ακόμα και κυβερνητικοί παράγοντες, ούτε που θα περνούσε από το μυαλό τους να κάνουν μια ξεχωριστή συζήτηση για οτιδήποτε με τη Γερμανίδα καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ.
Σήμερα, όμως, κοινή είναι η αίσθηση πέριξ του Μεγάρου Μαξίμου, κυρίως, ότι χωρίς πολιτική παρέμβαση και μάλιστα με τις ευλογίες της ίδιας της Γερμανίδας καγκελαρίου, η Ελλάδα δεν μπορεί να ελπίζει: α) είτε σε υποδόση (1,9 δισ. ευρώ), β) είτε σε χαλάρωση του ορίου της ΕΚΤ για συμμετοχή των ελληνικών τραπεζών στις εκδόσεις εντόκων γραμματίων, έτσι ώστε να διασφαλισθούν οι απαραίτητοι πόροι για να πληρωθούν οι ανελαστικές υποχρεώσεις της χώρας, εντός και εκτός συνόρων.
Γι' αυτό και από το Μέγαρο Μαξίμου παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον τα «σήματα» από το Βερολίνο, περιμένοντας. Και γι' αυτό ο κ. Αλέξης Τσίπρας επιδιώκει να συζητά με την κυρία Μέρκελ όσο πιο τακτικά γίνεται. Αλλωστε, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι οι εξελίξεις, αναφορικά με τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις, δρομολογήθηκαν αμέσως μετά την τηλεφωνική επικοινωνία Τσίπρα - Μέρκελ την περασμένη Κυριακή.