Το 1905 η αρχαιολογία βρίσκεται στα σπάργανά της και οι ανασκαφές γίνονται με πρώιμες μεθόδους και εξοπλισμό. Στην ανατολική πλευρά της Λήμνου, χρειάζεται να κατεδαφιστεί μια μικρή εκκλησία, κοντά στα Καμίνια και τότε ανακαλύπτεται εντοιχισμένη μια λίθινη στήλη με χαραγμένα σημεία. Η στήλη έμεινε σε μια άκρη και ουδείς ασχολήθηκε ιδιαίτερα με αυτήν μέχρι το 1919 όταν ο Alessandro Della Seta, διευθυντής της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής των Αθηνών, την είδε και αποφάσισε να τη διαβάσει. Αντιλήφθηκε μάλιστα πως τα χαράγματα πάνω στη στήλη, έμοιαζαν με εκείνα των ετρουσκικών επιγραφών που συχνά ανακαλύπτονταν στην Ιταλία. Το 1925, ο Ιταλός αρχαιολόγος ξεκίνησε μια αρχαιολογική έρευνα στο νησί και, στο μεταξύ, άρχισε να ανασκάπτει την ήδη γνωστή πόλη της Ηφαιστείας, στην οποία, σύμφωνα με τον μύθο, βρισκόταν η κατοικία του Ηφαίστου, θεού της φωτιάς. Στις 21 Αυγούστου του 1930, εντοπίστηκε η Πολιόχνη, σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από τα Καμίνια, δηλαδή κοντά στον τόπο όπου είχε αποκαλυφθεί η επιγραφή.

Η Πολιόχνη είναι μία από τις αρχαιότερες πόλεις στην Ευρώπη, για κάποιους η αρχαιότερη και βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την είσοδο των στενών του Ελλήσποντου. Οι ανασκαφές που ξεκίνησαν από την Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή στις αρχές του 20ου αιώνα και η μελέτη του υλικού, έδειξαν πως η ίδρυσή της ανάγεται στο τέλος της 4ης χιλιετίας π.Χ., σε μια ύστερη φάση της Νεολιθικής Εποχής του Αιγαίου, πολύ πριν από την Τροία και οι πρώτοι οικιστές της ήρθαν από τα Μικρασιατικά παράλια.
Η πολύ καλή οργάνωση του χώρου, με οχυρωματικό τείχος, αποχετευτικό δίκτυο, λιθόστρωτους δρόμους, δημόσια πηγάδια, αλλά και ο πολεοδομικός σχεδιασμός, αποδεικνύουν πως ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους είχαν γίνει έργα για την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου κι αυτό το γεγονός κατατάσσει την Πολιόχνη στην κατηγορία των πρώιμων πόλεων. Επιπλέον ήταν η μόνη πόλη της Λήμνου κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, όπως αναφέρει ο Χρίστος Ντούμας, ομότιμος καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο πανεπιστήμιο Αθηνών.

Οι ανασκαφές στην Πολιόχνη έδειξαν πως στο νησί είχε αναπτυχθεί πολύ νωρίς η μεταλλουργία και μάλιστα σε ένα πολύ εξελιγμένο στάδιο. Τα ευρήματα που έχουν έρθει στο φως έχουν κατασκευαστεί από μπρούντζο με τεχνολογία που ήρθε από έξω, από ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολίας. Άλλωστε εκείνη την εποχή, την 3η χιλιετία π.Χ., τα ναυτικά μέσα είχαν αναπτυχθεί αρκετά, έτσι οι μεταφορές γινόταν σχετικά εύκολα και γρήγορα.
Η ανάπτυξη της μεταλλουργίας στη Λήμνο συνδέεται και με τον μύθο του Ήφαιστου. Στο νησί αυτό του βορείου Αιγαίου είχε στήσει το εργαστήριό του ο θεός της φωτιάς, αφού εκεί κατέφευγε κάθε φορά που τσακωνόταν με τον Δία. Σύμφωνα με τον Όμηρο, η Λήμνος ήταν ο αγαπημένος του τόπος, από τότε που οι κάτοικοι του νησιού τον περιμάζεψαν από τη θάλασσα όταν μετά από έναν άγριο καβγά ο Δίας τον πέταξε με μανία από τις κορυφές του Ολύμπου.
Το Βουλευτήριο και ο ηγεμόνας της Λήμνου
Από τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά δεδομένα προκύπτει πως η Πολιόχνη καλύπτει έκταση περίπου 20.000 τ.μ. και αναπτύσσεται στον μυχό του όρμου, κατά μήκος της ακτογραμμής, σε ένα ασφαλές αγκυροβόλιο. Οι οικισμός κατοικούνταν αδιάλειπτα από τα μέσα της 4ης χιλιετίας έως το τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ., ενώ μεμονωμένα κινητά ευρήματα υποδεικνύουν πιθανή μερική επανάχρηση του χώρου που φτάνει έως και το 1200 π.Χ. περίπου.
Τόσο η δυνατότητα ελλιμενισμού στα ανατολικά του γειτονικού όρμου όσο και η εύφορη πεδιάδα περιμετρικά του οικισμού, σε συνδυασμό με την παρουσία νερού μέσω δύο κοντινών χειμάρρων, φαίνεται να αποτέλεσαν βασικούς παράγοντες που συντέλεσαν στη γενικότερη ευημερία των κατοίκων της Πολιόχνης. Πολύτιμα ερμηνευτικά εργαλεία για την κατανόηση του τρόπου ζωής των ανθρώπων που έζησαν στην Πολιόχνη αδιάλειπτα για περίπου 1.500 χρόνια, αποτελούν τα χιλιάδες πήλινα, λίθινα, μετάλλινα και οστέινα αντικείμενα, τα οποία εντοπίστηκαν και περισυλλέχθηκαν κατά την περίοδο των ανασκαφικών εργασιών στον χώρο. Ένα από τα πιο γνωστά αγγεία της Πολιόχνης είναι το επονομαζόμενο «δέπας αμφικύπελλον». Η ονομασία του αγγείου ως «δέπας» που σημαίνει βαθύ, κοίλο και απαντά για πρώτη φορά στις γραπτές πηγές στην Ιλιάδα του Ομήρου, τον 8ο αιώνα π.Χ., αφορά σε πολυτελές αγγείο με διπλή λειτουργία, άλλοτε ως χρηστική κούπα για την κατανάλωση κρασιού και άλλοτε ως τελετουργικό σκεύος για την πραγματοποίηση σπονδών. Πήλινες χύτρες, άλλοτε τριποδικές και άλλοτε όχι, με κάθετες ή οριζόντιες λαβές, χρησίμευαν τόσο για την παρασκευή του φαγητού, όσο και ως πηγές θερμότητας και φωτισμού.
Τα λίθινα αντικείμενα της Πολιόχνης περιλαμβάνουν κυρίως εργαλεία, όπλα, ειδώλια και κοσμήματα, ορισμένα από τα οποία υποδεικνύουν δίκτυα διακίνησης πρώτων υλών αλλά και τελικών προϊόντων.
Όσον αφορά τα μεταλλικά αντικείμενα, τα κοσμήματα και τα εξαρτήματα ένδυσης κατέχουν ιδιαίτερη θέση στην κατηγορία των μετάλλων και περιλαμβάνουν κυρίως χάλκινες περόνες και περίαπτα από άργυρο και χαλκό. Το 1956, στη διάρκεια των ανασκαφών εντοπίστηκε ο περίφημος «θησαυρός της Πολιόχνης», ο οποίος περιελάμβανε 1598 τεχνουργήματα, εκ των οποίων τα 1276 ήταν χρυσά, τα 320 αργυρά, ένα χάλκινο και ένα από σαρδόνυχα. Ανάμεσα στα σπουδαιότερα χρυσά ευρήματα ήταν μια περόνη με σπείρες και πουλιά, ενώτια, περιλαίμια, κομβία και χάντρες από περιδέραια που χρονολογούνται στην Κίτρινη Περίοδο κατοίκησης (2.200 – 2.000/1.900 π.Χ.). Τα σπάνιας καλαισθησίας κοσμήματα σε συνδυασμό με την πρωτοποριακή για την εποχή επεξεργασία, η οποία συνδύαζε τη συρματερή τεχνική με τη τεχνική του σφυρήλατου ελάσματος και της αλυσίδας, παρουσιάσουν ομοιότητες με αντίστοιχα κοσμήματα της ίδιας περιόδου στον αποκαλούμενου «θησαυρό του Πριάμου» από την άλλη πλευρά του Αιγαίου, την Τροία.

Σφραγίδες πήλινες, χάλκινες, από αλάβαστρο και ελεφαντόδοντο έχουν έρθει έως σήμερα στο φως και φανερώνουν την ύπαρξη σύνθετων κοινωνικών και οικονομικών δόμων.
Η ύπαρξη αυτού του πλούτου μαρτυρά την παρουσία μιας κεντρικής εξουσίας στην περιοχή, η οποία θα φρόντιζε για τη συντήρηση και τη λειτουργία των δημόσιων έργων, ωστόσο κανένα από τα κτήρια που έχουν ανασκαφεί δεν οδηγεί στην έδρα του ηγεμόνα. Το πιο επιβλητικό από τα κτήρια και μάλιστα από τα αρχαιότερα, διαθέτει δύο σειρές ειδωλίων, που μπορούν να φιλοξενήσουν δεκάδες άτομα και δεν αποκλείεται να ήταν το Βουλευτήριο.

Αν και είναι δύσκολο να ανασυντεθεί ο τρόπος των συναθροίσεων και ο ακριβής ρόλος των μελών, πιθανόν σε εκείνο το σημείο ήταν η έδρα της εξουσίας και λαμβάνονταν οι αποφάσεις μέσα από ένα συλλογικό όργανο. Η διοίκηση δεν πρέπει είχε συγκεντρωτικό χαρακτήρα και τα θέματα συζήτησης αφορούσαν την οργάνωση του οικισμού, αλλά και της οικονομίας που ήταν ανθηρή και είχε μεταπρατικό χαρακτήρα.
Μενδώνη: Απτή απόδειξη της πρώιμης κοινωνικής και αστικής οργάνωσης
Πριν από μερικές μέρες η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, εγκαινίασε τον αποκατεστημένο αρχαιολογικό χώρο της Πολιόχνης, αλλά και το επίσης αποκατεστημένο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λήμνου, με την πλήρως αναβαθμισμένη επανέκθεσή του.
Το έργο αποκατάστασης του αρχαιολογικού χώρου περιέλαβε εκτεταμένες παρεμβάσεις σε όλους τους τομείς του οικισμού: Στον κεντρικό, τον νότιο και τον δυτικό. Συγκεκριμένα, συντηρήθηκαν και αποκαταστάθηκαν συνολικά 22 οικοδομικές νησίδες, σε συνολική έκταση 12 στρεμμάτων.

«Η Πολιόχνη αποτελεί ένα μοναδικό παράδειγμα της ιστορικής συνέχειας και του μοναδικού πολιτισμικού πλούτου του Αιγαίου. Δεν είναι απλώς ένας σημαντικός αρχαιολογικός χώρος. Είναι η απτή απόδειξη της πρώιμης κοινωνικής και αστικής οργάνωσης, της εμπορικής εξωστρέφειας -κυρίως λόγω των μετάλλων- και της ανθρώπινης δημιουργικότητας, από την 3η χιλιετία π.Χ. Η Λήμνος, τόπος βαθιά συνδεδεμένος με τη μυθολογία, υπήρξε η έδρα του μεταλλουργού Ηφαίστου και των γιων του, των Καβείρων. Εδώ, διασταυρώνονται οι δρόμοι της Υψιπύλης και του Ιάσονα, σε μια από τις πιο εμβληματικές αφηγήσεις της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, στοιχεία που ενισχύουν τη διαχρονική της ταυτότητα και την καθιστούν σημείο αναφοράς στον πολιτισμό του Αιγαίου. Οι αρχαιολογικοί χώροι της Πολιόχνης στη Λήμνο, της Θερμής στη Λέσβο, του Εμποριού στη Χίο και του Παλαμαρίου στην Σκύρο συγκροτούν μια μοναδική διαδρομή που αναδεικνύει και τεκμαίρει τον πλούτο της τρίτης και δεύτερης προϊστορικής χιλιετίας, στο Αιγαίο. Η αποκατάσταση του αρχαιολογικού χώρου της Πολιόχνης πραγματοποιήθηκε με συνολικό προϋπολογισμό περίπου 5.000.000 ευρώ, με χρηματοδότηση από το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Βορείου Αιγαίου-ΕΣΠΑ 2014–2020 και το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που διαχειρίζεται το Υπουργείο Πολιτισμού», ανέφερε η κ. Μενδώνη.
Πηγή Φωτογραφιών: Υπουργείο Πολιτισμού / Εφορεία Αρχαιοτήτων Λήμνου