Φέτος το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης κλείνει έναν αιώνα παρουσίας. Στην πραγματικότητα τα χρόνια του Επιμελητηρίου είναι πολύ περισσότερα, αλλά η επέτειος αφορά στην περίοδο κατά την οποία η Θεσσαλονίκη βρίσκεται εντός των συνόρων του νέου ελληνικού κράτους. Επίσης, τα 100 του χρόνια κλείνει φέτος ο Εμπορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, αλλά η πόλη θα το μάθει προς το τέλος της χρονιάς. Πέρσι, 100 ετών έγινε ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος, ενώ 90 και περισσότερα χρόνια μετρούν ήδη σοβαροί θεσμοί όπως το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, το Επαγγελματικό Επιμελητήριο και το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης. Πολλές δεκαετίες δράσης έχουν και άλλοι σημαντικοί φορείς της οικονομίας, της παραγωγής, της επιστημονικής ζωής της πόλης. Συμπέρασμα: η Θεσσαλονίκη τον τελευταίο αιώνα έχει διαγράψει μια πορεία, που καταγράφεται με θετικό πρόσημο στην ιστορία της χώρας. Λογικά έχει ξεπεράσει τις παιδικές ασθένειες, διαχειρίστηκε τις εντάσεις της εφηβείας και ώριμη, πλέον, αναζητά απαντήσεις στα αιτήματα των καιρών.
Το κακό είναι ότι όλα αυτά τα 100 χρόνια η Θεσσαλονίκη κοιτάζει προς την Αθήνα. Εν μέρει δικαιολογημένα, λόγω της ιστορικής συγκυρίας, αφού από τη δεκαετία του 1930 μέχρι το 1990 τα προς βορράν σύνορα ήταν στην ουσία κλειστά. Απολύτως σφραγισμένα για θέματα οικονομικής συνεργασίας και επιχειρηματικής ανάπτυξης. Από την άλλη, η Αθήνα ως το κέντρο του νέου ελληνικού κράτους που προήλθε από τον εθνικό ξεσηκωμό του 1821, προσάρμοσε από την αρχή τις δομές της δημόσιας διοίκησης στον μικρόκοσμο της Παλιάς Ελλάδας. Κυρίως στην Στερεά Ελλάδα και στην Πελοπόννησο. Το βορειοελλαδικό τόξο υφίσταται τις συνέπειες αυτής της αρχιτεκτονικής μέχρι σήμερα.
Ιδιαίτερα στο θέμα της οικονομίας και της παραγωγικότητας είναι βέβαιο ότι στη Β. Ελλάδα δεν υπάρχουν κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις –ίσως κάποιες λίγες, πολύ λίγες-, όπως συμβαίνει στον Νότο. Είναι, επίσης, σίγουρο ότι στην περιοχή υπάρχουν τόσο στρατηγικές και μακροπρόθεσμες προκλήσεις, όσο και καθημερινά προβλήματα που επηρεάζονται από τη γεωγραφία. Για παράδειγμα οι σχέσεις της Ελλάδας με τα Βαλκάνια, μετά το 1990 που άνοιξαν τα σύνορα, δεν καλλιεργήθηκαν με τρόπο που θα επέτρεπαν στη χώρα μας να παίξει πρωταγωνιστικό και καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις, κάτι που θα ευνοούσε τη Βόρεια Ελλάδα. Δεν είναι μυστικό ότι για την πλατεία Συντάγματος και τα πέριξ η Σόφια, τα Τίρανα, το Βελιγράδι, το Ζάγκρεμπ, τα Σκόπια, το Βουκουρέστι πέφτουν πολύ μακριά. Ίσως για τους αστούς της πολιτικής σκηνής των Αθηνών τα Βαλκάνια να θεωρούνται περιοχές δεύτερης κατηγορίας ή σε κάθε περίπτωση ήσσονος σημασίας και προτεραιότητας. «Φώναζε» τότε η Θεσσαλονίκη. Έκανε πως δεν «άκουγε» η Αθήνα που είχε σημαντικότερα ζητήματα να ρυθμίσει και να διαχειριστεί. Τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, την κατανομή των κοινοτικών κονδυλίων και τα εύκολα κέρδη του χρηματιστηρίου. Αλλά και στα καθημερινά θέματα, μέχρι σήμερα η Θεσσαλονίκη -και ο Βορράς γενικότερα- πρέπει να κουραστούν για να πείσουν την κυβέρνηση να φροντίσει για το άνοιγμα της σιδηροδρομικής γραμμής στους Ευζώνους, να εγγυηθεί την εύρυθμη και απρόσκοπτη λειτουργία του λιμανιού, να διασφαλίσει την κυκλοφορία των αστικών λεωφορείων στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Στο μεσοδιάστημα, βέβαια, οι ζημιές προστίθενται και ο λογαριασμός αποστέλλεται συστημένος κατά κύριο λόγο στους πολίτες και στις επιχειρήσεις του Βορρά.
Υπάρχουν όμως και καλά νέα. Η Ελλάδα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που αφενός λόγω της πρακτικής προσέγγισης των πραγμάτων και αφετέρου λόγω της παράδοσης στη διοικητική αποκέντρωση που υπάρχει στα ομόσπονδα κράτη, ευνοεί την ανάπτυξη των περιφερειών. Δεν είναι ψέματα ότι για όλους τους σοβαρούς ευρωπαίους παράγοντες –αυτούς που πιστεύουν ότι η Ευρώπη οφείλει στον εαυτό της περισσότερη ενοποίηση και ταχύτερη οικονομική ανάπτυξη- η Ε.Ε. είναι πρωτίστως μια Ευρώπη των Περιφερειών και των δήμων.
Αυτό το πνεύμα των Βρυξελλών οφείλουν να αξιοποιήσουν οι οικονομικές, επιχειρηματικές, παραγωγικές και κοινωνικές ομάδες του Βορρά. Κάτι τέτοιο γίνεται ακόμη πιο πειστικό κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες. Μόλις καταλαγιάζει η φασαρία της Διεθνούς Εκθέσεως, όπου απλώς το μικροπολιτικό σκηνικό του άξονα Σύνταγμα – Κολωνάκι μεταφέρεται από τους πρωταγωνιστές της κεντρικής πολιτικής σκηνής στους χώρους της ΔΕΘ. Τη στιγμή που η απογοήτευση για όσα θα μπορούσαν να ειπωθούν και δεν ειπώθηκαν και για όσα θα μπορούσαν να γίνουν και δεν έγιναν είναι έκδηλη πάνω από τη Θεσσαλονίκη. Την ώρα που όλοι συνειδητοποιούν ότι οι επαφές των φορέων της περιοχής με την πολιτική και εκτελεστική εξουσία τις μέρες της ΔΕΘ γίνονται από κεκτημένη ταχύτητα και παραμένουν χωρίς ουσία, ένα αδειανό πουκάμισο.
Η Ελλάδα πρέπει να αναπτυχθεί οικονομικά και κοινωνικά. Σε αυτή την προσπάθεια ο Βορράς της χώρας και η Θεσσαλονίκη μπορούν να συμβάλλουν δυναμικά. Όχι επαιτώντας από την κάθε κυβέρνηση –χθεσινή, σημερινή, αυριανή- για μια δημόσια επένδυση παραπάνω ή εκλιπαρώντας τον υπουργό για ένα κίνητρο και μία ρύθμιση στα σύνορα, όπου οι συνθήκες είναι δυσκολότερες για αντικειμενικούς λόγους. Η λύση στο πρόβλημα δεν μπορεί παρά να έχει ευρωπαϊκή ταυτότητα, την οποία καλό θα ήταν οι Θεσσαλονικείς να αναζητήσουν στην πηγή της. Να καλλιεργήσουν τις σχέσεις και την επιρροή τους στις Βρυξέλλες, στο Στρασβούργο, στη Φραγκφούρτη. Στην Κομισιόν, στο Ευρωκοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στα κέντρα που αποφασίζουν και στα λόμπι που επηρεάζουν αυτές τις αποφάσεις.
Ειδικά στα χρόνια της πολύπλευρης κρίσης που βιώνουν οι Έλληνες η Αθήνα έχει τα δικά της προβλήματα να λύσει. Να βρει τους νέους καναλάρχες, να ξανανοίξει την Αμυγδαλέζα, να ιδιωτικοποιήσει το Ελληνικό, να βρει διοίκηση κοινής αποδοχής στην ΕΠΟ, να διαχειριστεί το κράτος των Εξαρχείων. Μέσα σε όλα αυτά πόση σημασία μπορεί να έχει η απουσία αστικής συγκοινωνίας επί μία εβδομάδα σε μια πόλη τους ενός και κάτι εκατομμυρίου κατοίκων; Ποιος νοιάζεται αν ο κόσμος το έχει ρίξει στην πεζοπορία; Ή ότι κάποιοι αναγκάστηκαν να κάνουν τουρισμό στον τόπο τους μετακομίζοντας σε φίλους κοντά στη δουλειά, διότι δεν μπορούν να πληρώνουν ταξί σε καθημερινή βάση; Καμία! Άλλωστε ούτε καν τα κανάλια -για τα οποία γίνεται τόση φασαρία εδώ και μήνες- δεν αναφέρονται στο γεγονός. Και όταν το κάνουν η είδηση παίζει στα ορεινά, μετά τις ταραχές για την αστυνομική βία σε πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών.