Skip to main content

Στουρνάρας: Η ελληνική κρίση σκληρότερη από τη Μεγάλη Ύφεση του 1929

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος αναφέρθηκε στις επιπτώσεις της ελληνικής κρίσης στον τραπεζικό κλάδο και παρουσίασε τους στόχους της ΤτΕ.

Η ελληνική κρίση είναι σκληρότερη από τη Μεγάλη Ύφεση του 1929, τόνισε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας σε εκδήλωση του London Business School Greek Alumni Association και του Stanford Club of Greece. 

Όπως είπε, οι ρίζες της κρίσης που μαστίζει τη χώρα μας «δεν βρίσκονταν στον τραπεζικό κλάδο. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η ελληνική κρίση είναι σκληρότερη από τη μεγάλη Ύφεση του 1929».

Ο διοικητής της ΤτΕ έκανε εκτενή αναφορά στις απώλειες που δέχτηκαν οι ελληνικές τράπεζες, οι οποίες, όπως είπε, έχασαν 38 δισ. το 2011, δηλαδή το 170% των βασικών ιδίων κεφαλαίων τους εκείνη την εποχή, από το PSI. Είπε ακόμη πως από τον Σεπτέμβριο του 2009 ως το Δεκέμβριο του 2015 οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 117 δισ. ή 44%, αντανακλώντας την ανησυχία των καταθετών για το μέλλον της χώρας στην ευρωζώνη. Επιπλέον, τα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα μειώθηκαν κατά 54 δισ από το τέλος του 2010 ως το τέλος του 2015.

Ο κ. Στουρνάρας χαρακτήρισε την απόκριση της Ευρώπης στην παγκόσμια και στη συνέχεια στην ευρωπαϊκή οικονομική κρίση «αποτελεσματική παρά την αρχική έλλειψη μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων».

Για την Ελλάδα, οι προκλήσεις κατά τον κ.Στουρνάρα αυξήθηκαν όταν ανέβηκε το haircut στο δανεισμό των ελληνικών τραπεζών, και ιδιαίτερα από την άρση του waiver. Περαιτέρω, η ένταξη τους στον ELA, τις απέκλεισε από το δεύτερο γύρο του LTRO. Κατά τον ίδιο, η κατάσταση μπορεί να βελτιωθεί με το κλείσιμο της αξιολόγησης και την επαναφορά του waiver.

«Ένα σημαντικό μάθημα της κρίσης στην ευρωζώνη είναι πως η πραγματοποίηση της τραπεζικής ένωσης είναι ένα ζωτικής σημασίας προαπαιτούμενο για να κάνει τη νομισματική ένωση βιώσιμη», τόνισε ο διοικητής της ΤτΕ. Είπε πως οι στόχοι της είναι:

α) να στηριχθούν οι χρηματαγορές όταν εμφανίζονται δυσλειτουργίες,
β) να παρασχεθεί ρευστότητα στις τράπεζες για μεγαλύτερες περιόδους και
γ) να επανεκκινηθεί ο δανεισμός στην πραγματική οικονομία.