Θετικό το κλίμα και βούληση για ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας. Αυτό είναι το συμπέρασμα της χθεσινής συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν στην Άγκυρα, που διήρκησε 1,5 ώρα με τους δύο ηγέτες να στέλουν το μήνυμα πως ο ελληνοτουρκικός διάλογος πρέπει να συνεχιστεί και οι εντάσεις να εκλείψουν, καθώς η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή δεν... σηκώνουν άλλες εστίες ταραχών.
Στις δηλώσεις του αμέσως μετά τη συνάντηση ο Ερντογάν έσπευσε να ξεκαθαρίσει το τοπίο αναφορικά με τις πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν περί «προβλήματος στο Αιγαίο που θα μπορούσε να επιλυθεί», αλλά και το θέμα μιας πιθανής συμφωνίας ανάμεσα στα 12 και 6 ναυτικά μίλια των χωρικών υδάτων, χαρακτηρίζοντας κατά την πάγια τουρκική θέση ως «αλληλένδετα» τα ζητήματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Με απλά λόγια η Άγκυρα εκτιμά ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο απομόνωσης της μίας διαφοράς που αναγνωρίζει η Αθήνα, δηλαδή οριοθέτησης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και υφαλοκρηπίδας.
«Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, με την ελληνική θέση να παραμένει σταθερή: ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών -υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης-, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, να αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας», ήταν η απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, στις κοινές τους δηλώσεις που στην πραγματικότητα ήταν μονόλογοι, πολύ καλά προετοιμασμένοι.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός τήρησε τη δέσμευσή του και έθεσε, όχι μόνο πίσω από τις κλειστές πόρτες, αλλά και δημοσίως το ζήτημα της άρσης του casus belli, ακολουθώντας όμως μια εξαιρετικά προσεκτική διατύπωση, χωρίς δηλαδή τη χρήση του όρου «πόλεμος». «Εύχομαι ειλικρινά, κ. Πρόεδρε, να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία, ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι στο ίδιο πνεύμα με τη θετική εμπειρία η οποία έχει μεσολαβήσει, είναι καιρός πια να αρθεί κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;», ήταν η ακριβής δήλωσή του.

Αξιοσημείωτο, επίσης, το γεγονός ότι ο Ταγίπ Ερντογάν δεν στράφηκε κατά της Ελλάδας για την αναβαθμισμένη, στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, με τον Τούρκο πρόεδρο πάντως να ακούει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη θέσεις πανομοιότυπες με τις δικές του όσον αφορά την επόμενη μέρα στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, αλλά και το ζήτημα των παράνομων εποικισμών. «Να εκφράσω την κατηγορηματική μας αντίθεση σε οποιοδήποτε σχέδιο μπορεί να οδηγήσει σε μία ενδεχόμενη προσάρτηση της Δυτικής Όχθης από το Ισραήλ. Καταδικαστέα, επίσης, είναι η επέκταση εποικισμών που δημιουργεί ουσιαστικά μια πραγματικότητα στο πεδίο που καθιστά τη δημιουργία του παλαιστινιακού κράτους ακόμα πιο σύνθετη άσκηση», δήλωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός.
Αναμενόμενη -κατά την πάγια τακτική του, όταν παίζει εντός έδρας- ήταν η αναφορά Ερντογάν περί «τουρκικής» μειονότητας στη Θράκη, ενώ δεν έκανε καμία νύξη στο Κυπριακό, για οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε ότι συζητήθηκε μεταξύ τους.
Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι η Συρία είναι ένα πεδίο όπου μπορούν η Ελλάδα και η Τουρκία να δουλέψουν από κοινού και για να υπάρξει πολιτική σταθερότητα, «με σεβασμό στα δικαιώματα και απόλυτη προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων». Και πρόσθεσε ότι οι υπουργοί Οικονομικών των δυο χωρών θα μπορούσαν να συντονιστούν και να εργαστούν για προσπάθειες για την ανοικοδόμηση της Συρίας. «Θα είναι προς αμοιβαίο όφελος Ελλάδας και Τουρκίας μια σταθερή Συρία, η οποία θα επιτρέψει και στους πρόσφυγες, τους πολλούς που βρίσκονται στην Τουρκία και τους πολλούς που βρίσκονται στην Ελλάδα, να επιστρέψουν επιτέλους στην πατρίδα τους», ανέφερε ο πρωθυπουργός, ενώ επιπλέον ανέδειξε το σημαντικό θέμα της μετανάστευσης, κάνοντας μάλιστα αναφορά και στο πρόσφατο τραγικό ναυάγιο στη Χίο.
«Η Τουρκία και η Ελλάδα τόνισαν εκ νέου ότι είναι αποφασισμένες να καλλιεργήσουν φιλικές σχέσεις και σχέσεις καλής γειτονίας, αμοιβαίου σεβασμού, ειρηνικής συνύπαρξης και κατανόησης, σύμφωνα με τη «Διακήρυξη των Αθηνών για Φιλικές Σχέσεις και Καλή Γειτονία», καταγράφεται στην Κοινή Δήλωση που υπέγραψαν οι δύο ηγέτες.
Διπλωματικές πηγές και στις δύο χώρες εκτιμούν ότι οι συνομιλίες Μητσοτάκη-Ερντογάν έγιναν σε καλό κλίμα, κρατήθηκαν ήπιοι τόνοι, χωρίς εντάσεις, ενώ το ίδιο κλίμα επικράτησαν και στις παραμβάσεις των δύο υπουργών Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη και Φακάν Φιντάν.
Οι ίδιες πηγές ανέφεραν ότι με βάση τη δημόσια αποτύπωση όσων έγιναν χθες στο Λευκό Παλάτι, είναι σαφές ότι οι δύο αντιπροσωπείες είχαν κάνει πολύ συστηματική και σοβαρή προετοιμασία, προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν παραφωνίες.
Το επισήμανε άλλωστε και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης λέγοντας πως «ακόμη και όταν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και σε εντάσεις», ενώ εκτίμησε ότι οι δίαυλοι μετά το 2023 έχουν αποδώσει «αποτρέποντας εντάσεις που στο παρελθόν δοκίμασαν τις σχέσεις μας».
«Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία, μπορούμε όμως να την κάνουμε σύμμαχο, επιλέγοντας τη σύγκλιση, τον διάλογο και την πίστη στο Διεθνές Δίκαιο», κατέληξε ο κ. Μητσοτάκης, μιλώντας για την ανάγκη να τιμηθεί η παρακαταθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Κεμάλ Ατατούρκ.