Σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για την Συνταγματική Αναθεώρηση έχει ανοίξει, ο καταστατικός χάρτης της Ελληνικής Δημοκρατίας επανέρχεται στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου. Σε αυτό το πλαίσιο το βιβλίο του καθηγητή της Νομικής του πανεπιστημίου Αθηνών Σπύρου Βλαχόπουλου με τίτλο «Πως χτίζεται μια Δημοκρατία» και υπότιτλο «Το Σύνταγμά μας με απλά λόγια» (εκδόσεις Πατάκη) είναι εκτός από επίκαιρο και χρήσιμο. Διότι εκτός από το ότι καταγράφει με απλό τρόπο ορισμένες βασικές έννοιες, ώστε να κατανοήσουμε ευχερέστερα τις συνταγματικές προβλέψεις, παραθέτει, επίσης, τις ιστορικές περιπέτειες των ελληνικών Συνταγμάτων, που είναι κομμάτι της πολιτικής ιστορίας του τόπου.
Με αφορμή το βιβλίο ο καθηγητής Βλαχόπουλος μίλησε στη Voria.gr για τις επικείμενες εξελίξεις πέριξ του Συντάγματος, ενώ επιχειρεί να απαντήσει σε ερωτήματα, όπως «γιατί διαφωνούν συχνά οι Συνταγματολόγοι;» και «πώς η εκτελεστική εξουσία ακυρώνει τις προβλέψεις του Συντάγματος;» και «γιατί δεν έχουμε στην Ελλάδα Συνταγματικό Δικαστήριο;».
Ποιοι λόγοι σας οδήγησαν να γράψετε ένα βιβλίο για το πως χτίζεται μια σύγχρονη Δημοκρατία;
Συχνά στον δημόσιο λόγο υποβαθμίζεται η θεσμική διάσταση και η συζήτηση γύρω από τους πολιτειακούς θεσμούς: Εάν δηλαδή αυτοί λειτουργούν σωστά, τι θα έπρεπε να αλλάξει ώστε να λειτουργήσουν καλύτερα, εάν σήμερα εξυπηρετούν τους σκοπούς για τους οποίους δημιουργήθηκαν κ.λπ. Επίσης, έχω την εντύπωση ότι μεγάλο τμήμα του πληθυσμού θεωρεί τη Δημοκρατία δεδομένη, κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Για την ακρίβεια, η Δημοκρατία είναι ένα πολύ εύθραυστο πολίτευμα. Ας σκεφτούμε μόνον πόσα δικτατορικά καθεστώτα και πόσες «ανελεύθερες Δημοκρατίες» υπάρχουν σήμερα στον κόσμο, ακόμη και στον ευρωπαϊκό χώρο. Αυτοί είναι οι λόγοι που με ώθησαν να γράψω το βιβλίο με απλά και κατανοητά λόγια για όλους και όχι μόνο για το «ιερατείο» των Συνταγματολόγων.
Το Σύνταγμα κάθε χώρας βρίσκεται στο επίκεντρο της Δημοκρατίας της. Πέρα από τη θεωρία ισχύει αυτό στην πράξη;
Η σημασία του Συντάγματος για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι κομβική. Το Σύνταγμα είναι το νομικό κείμενο, το οποίο καθορίζει κάθε πότε και με ποιο τρόπο ψηφίζουμε, πώς λειτουργεί η Βουλή και ποιες είναι οι αρμοδιότητες των κρατικών οργάνων – για παράδειγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Κυρίως όμως το Σύνταγμα κατοχυρώνει τις ατομικές ελευθερίες και τους τρόπους προστασίας μας απέναντι στις παραβιάσεις των δικαιωμάτων μας, είτε οι παραβιάσεις αυτές προέρχονται από το Κράτος είτε από ιδιωτικά κέντρα εξουσίας. Το κατά πόσο βέβαια το Σύνταγμα επιτελεί τον ρόλο του, αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και, πάνω απ’ όλα, από το κατά πόσο αυτό τηρείται στην πράξη από τους πολίτες και τους πολιτειακούς-θεσμικούς παράγοντες.

Στην Ελλάδα ποια είναι η θέση του Συντάγματος στην πράξη; Οι Έλληνες το επικαλούμαστε συχνά, αλλά το γνωρίζουμε και το σεβόμαστε;
Ενώ το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα του 1975 είναι ένα, κατά γενική ομολογία, επιτυχημένο Σύνταγμα που άντεξε στον χρόνο και στις διαδοχικές πρόσφατες κρίσεις -οικονομική και υγειονομική-, παρόλα ταύτα δεν έχει ακόμη «κερδίσει» τη θέση που του αξίζει. Καταρχάς, οι πολιτικές δυνάμεις ενίοτε επικαλούνται το Σύνταγμα περισσότερο ως πολιτικό επιχείρημα και λιγότερο γιατί έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική Δημοκρατία χωρίς σεβασμό στο Σύνταγμα. Όσον αφορά εμάς τους πολίτες, το επικαλούμαστε συχνά, χωρίς όμως να γνωρίζουμε ακριβώς το περιεχόμενό του και χωρίς πάντοτε να το σεβόμαστε -για παράδειγμα, σε σχέση με τον σεβασμό των ελευθεριών των άλλων. Και, πιστέψτε με, μόνο να κερδίσει έχει κανείς εάν εντρυφήσει στο περιεχόμενο του Συντάγματος. Γι’ αυτό άλλωστε συμπεριλάβαμε το πλήρες κείμενο του Συντάγματος στο τέλος του βιβλίου.
Πόσο δικαιολογημένη είναι η πολιτική συζήτηση και αντιπαράθεση κάθε φορά που επίκειται Συνταγματική Αναθεώρηση;
Κάθε φορά που εξαγγέλλεται Συνταγματική Αναθεώρηση, πυκνώνει η πολιτική συζήτηση και αντιπαράθεση γύρω από αυτήν. Αυτό είναι έως ένα βαθμό εύλογο, αφού η Συνταγματική Αναθεώρηση αποφασίζεται από τη Βουλή, δηλαδή από τα κόμματα που εκπροσωπούνται σε αυτήν. Από την άλλη, όμως, έχω την εντύπωση ότι μερικές φορές το Σύνταγμα «εργαλειοποιείται» από τις πολιτικές δυνάμεις. Να σας πω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Με τη Συνταγματική Αναθεώρηση του 2019 προβλέφθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ο θεσμός της «λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας», δηλαδή η δυνατότητα 500.000 πολιτών με δικαίωμα ψήφου να προτείνουν στη Βουλή την ψήφιση ενός νόμου. Σήμερα, το 2026, ακόμη δεν έχει ψηφιστεί ο αναγκαίος εκτελεστικός νόμος που θα καθόριζε τη διαδικασία της συλλογής και υποβολής των υπογραφών, με αποτέλεσμα η σημαντική αυτή καινοτομία να παραμένει γράμμα κενό περιεχομένου. Τέτοια φαινόμενα επιτείνουν τη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στο Σύνταγμα και στο πολιτικό σύστημα.
Επειδή βρισκόμαστε σε αυτή τη φάση της συζήτησης για αναθεώρηση πόσο σημαντική εκτιμάται ότι θα είναι με βάση όσα ακούγονται;
Η Συνταγματική Αναθεώρηση είναι σημαντική και θα πρέπει να γίνει. Μπορεί, όπως προανέφερα, το Σύνταγμα του 1975 να είναι ένα επιτυχημένο Σύνταγμα, αυτό όμως προφανώς δεν σημαίνει ότι δεν επιδέχεται βελτιώσεις. Ένα σημαντικό ζήτημα αποτελεί -λόγου χάριν- η πρόβλεψη «θεσμικών αντιβάρων», τα οποία θα αμβλύνουν την πανίσχυρη εξουσία του εκάστοτε Πρωθυπουργού, χωρίς να ζημιώνουν την κυβερνητική αποτελεσματικότητα. Πάντως, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι πράγματι θα πετύχει η συνταγματική αναθεώρηση. Και τούτο διότι διανύουμε περίοδο πολιτικής πόλωσης και σύμφωνα με το ισχύον σύστημα -άρθρο 110 του Συντάγματος-, υπάρχει ο κίνδυνος στην επόμενη Βουλή η όποια κυβερνητική πλειοψηφία να μπορεί με 151 μόλις βουλευτές να προσδώσει όποιο περιεχόμενο θέλει στις νέες συνταγματικές διατάξεις. Όλα αυτά απομακρύνουν το ενδεχόμενο πολιτικής συνεννόησης, η οποία είναι απαραίτητη για μια επιτυχημένη συνταγματική αναθεώρηση.
Πώς εξηγούνται οι διαφωνίες των Συνταγματολόγων για την ερμηνεία του Συντάγματος; Ευθύνεται το κείμενο ή οι εμμονές των ανθρώπων;
Το Σύνταγμα χρησιμοποιεί σε πολλές διατάξεις του αόριστες νομικές έννοιες -για παράδειγμα, δημόσιο συμφέρον, ισότητα, ανθρώπινη αξία, δημόσια τάξη. Αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμη και ως αναγκαίο, γιατί με τη γενικότητα των διατάξεών του το Σύνταγμα μπορεί να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, διατηρώντας έτσι την επικαιρότητα και αποτελεσματικότητά του. Δεν θα αρνηθώ όμως ότι και οι Συνταγματολόγοι ερμηνεύουν μερικές φορές το Σύνταγμα με μια «ελευθεριότητα» και χωρίς να λαμβάνουν αρκούντως υπόψη τη γραμματική του διατύπωση. Και είναι πράγματι ανησυχητικό, να διαβάζουμε στο Σύνταγμα ό,τι θα θέλαμε να περιέχει και όχι αυτό που πράγματι γράφει.
Γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε Συνταγματικό Δικαστήριο;
Στην Ελλάδα δεν λειτουργεί Συνταγματικό Δικαστήριο, προεχόντως γιατί υπάρχει η παράδοση του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων από όλα ανεξαιρέτως τα δικαστήρια. Την παράδοση αυτή, όπως και κάθε θετική παράδοση, θα πρέπει να τη σεβόμαστε. Μόνο που τα δικαστήρια δεν ελέγχουν τις λεγόμενες «οργανωτικές συνταγματικές διαφορές», αυτές δηλαδή που ανακύπτουν εντός ή μεταξύ των πολιτειακών οργάνων. Και εδώ ακριβώς ανακύπτει το ερώτημα: Γιατί δεν θα έπρεπε να ελέγχονται οι διαφορές αυτές από ένα Συνταγματικό Δικαστήριο; Γιατί για θέματα, όπως η «ψήφος Αλευρά» τη δεκαετία του 1980, να πρέπει να αποφασίζει η εκάστοτε πλειοψηφία ή οι Συνταγματολόγοι και όχι ένα Συνταγματικό Δικαστήριο; Γιατί να μην υπάρχει ένα δικαστήριο, το οποίο να ακυρώνει νομοθετικές διατάξεις που είναι προφανώς άσχετες με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή εισάγονται προς ψήφιση την τελευταία στιγμή; Η άρνηση του δικαστικού ελέγχου τέτοιων φαινομένων είναι, κατά την άποψή μου, αδικαιολόγητη και κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το Σύνταγμα και τη δημοκρατία μας.
