Skip to main content

Τα οκτώ πολιτικά μηνύματα του Κυριάκου Μητσοτάκη από τη συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ

Το πολιτικό αποτύπωμα της συνέντευξης Τύπου του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη

Μπορεί στην ομιλία των εγκαινίων της 89ης ΔΕΘ από τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, να ήταν κυρίαρχο το πακέτο των οικονομικών ανακοινώσεων, στη συνέντευξη τύπου χτες όμως ήταν αναμενόμενο να κυριαρχήσουν οι πολιτικές αναφορές.

Με δεδομένο ότι τα θέματα Θεσσαλονίκης είχαν ήδη υπερκαλυφθεί το προηγούμενο διάστημα και μετά την εκδήλωση του Μεγάρου Μουσικής, οι ερωτήσεις για τα έργα της πόλης και της ευρύτερης περιοχής δεν είχαν νόημα. Πολλές πολλές και σημαντικές εκκρεμότητες γνώσεων δεν είχαμε. Και αυτό θα συνεχίσει να συμβαίνει όσο καθιερώνεται ο θεσμός της εκδήλωσης για τη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα στα τέλη Αυγούστου, περίπου δέκα μέρες πριν τη ΔΕΘ. Εκδήλωση που την καθιέρωσε από πέρσι ο κ. Μητσοτάκης.

Τα οικονομικά από το βράδυ του Σαββάτου είχαν ξεκαθαρίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό και οι ερωτήσεις που έγιναν στη χτεσινή συνέντευξη τύπου ήταν κυρίως διευκρινιστικές.

Έτσι νομοτελειακά την παράσταση έκλεψαν τα πολιτικά. Και από τις ερωτήσεις που έγιναν στον πρωθυπουργό έμεινε ένα ενδιαφέρον πολιτικό στίγμα.

Πρώτον ο κ. Μητσοτάκης διαβεβαίωσε γι' ακόμα μια φορά ότι οι εθνικές εκλογές θα γίνουν το 2027 στο τέλος της τετραετίας. Κι επειδή στην επόμενη ευκαιρία πάλι θα ερωτηθεί για το ίδιο ζήτημα, φρόντισε αυτή τη φορά να αναλύσει την επιχειρηματολογία του, επισημαίνοντας ότι δεν δουλεύει καν με εκλογική τακτική ή σωστότερα θα δουλέψει τις εκλογές κάποιους μήνες προτού γίνουν. Μέχρι τότε θέλει να κάνει πράξη, είπε, την ατζέντα με την οποία τον επανεξέλεξαν οι πολίτες το 2023. Ο κ. Μητσοτάκης θέλει να κάνει ταμείο πριν τις εκλογές και να κριθεί από το έργο που θα έχει κάνει, από το... παραδοτέο, επειδή πιστεύει ότι αυτός είναι ο κρίσιμος παράγοντας που μπορεί να πείσει το εκλογικό σώμα να τον εμπιστευτεί για τρίτη φορά ως πρωθυπουργό. Κι ας μη μένουμε μόνο στα έργα υποδομής. Για να αποδώσουν και να γίνουν κτήμα της κοινωνίας οι οικονομικές παροχές χρειάζεται χρόνος. Έτσι ουσιαστικά σε αυτή τη ΔΕΘ εξήγγειλε τα βασικότερα μέτρα, που εφόσον αποδώσουν, όπως προσδοκούν στην κυβέρνηση, μπορούν να είναι ο καταλύτης στις αποφάσεις των ψηφοφόρων στις κάλπες του 2027.

Δεύτερον ο πρωθυπουργός επαναβεβαίωσε ότι θέλει καθαρό εκλογικό παιχνίδι. Κι έτσι δεν πρόκειται να αλλάξει τον εκλογικό νόμο. Αυτή η ρητή διαβεβαίωση τού δίνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα στη συνείδηση των πολιτών, καθώς ενισχύει την εικόνα της σιγουριάς, της σταθερότητας και της αυτοπεποίθησης που έχει για τον κ. Μητσοτάκη. Στο ακροατήριο βεβαίως που ακόμα έχει ανοιχτά τα αυτιά του για να τον ακούσει. Σε αυτό περιλαμβάνονται (όπως λένε και παραδοσιακοί πολιτικοί αναλυτές) όλοι όσοι τον ψήφισαν έστω μια φορά...

Τρίτον ο κ. Μητσοτάκης δεν δίστασε να σχολιάσει και την κυβερνητική φθορά, αλλά και τα σενάρια που τον θέλουν να παραιτείται και να δίνει δαχτυλίδι ή να κινεί διαδικασίες διαδοχής εφόσον διαπιστώσει ότι χάνει την εξουσία. Ουσιαστικά κάτι τέτοιο δεν είναι ποτέ μια κίνηση γενναιοδωρίας προς το κόμμα, αλλά περισσότερο μια παραδοχή ήττας εκ των προτέρων και μια ανάληψη ευθυνών που φτάνουν στο σημείο της αποδοχής ότι φταίει το πρόσωπο κι όχι το κόμμα. Και κάπου εδώ αυτά τα σενάρια μπάζουν, διότι η σημερινή ΝΔ είναι η ΝΔ του Μητσοτάκη και μάλλον το σημαντικότερο asset του κόμματος είναι ο επικεφαλής του.

Δεν τα είπε αυτά ο κ. Μητσοτάκης, αλλά είπε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου (η σχετική ερώτηση αφορούσε στον ηγέτη του ΠΑΣΟΚ) εξάντλησε τη δεύτερη τετραετία του και άλλαξε τον εκλογικό νόμο. «Δεν βλέπω καμία ομοιότητα με την κατάσταση που βρίσκεται η ΝΔ. Έχουμε σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και θα εξαντλήσουμε την τετραετία. Δεν αφορά αυτή η συζήτηση την κοινωνία. Είμαι εκλεγμένος πρωθυπουργός για τέσσερα χρόνια. Είμαστε σεμνοί και ταπεινοί απέναντι στην κρίση του ελληνικού λαού. Δεν με πήραν τα χρόνια και ότι θα ήθελα να διεκδικήσω τρίτη τετραετία δεν σημαίνει ότι σκέφτομαι μόνο πώς θα κερδίσω τις εκλογές του 2027. Αν έχουμε κάνει όσα είπαμε, θα έχουμε καλές ελπίδες να κερδίσουμε εκλογές. Δεν έχω ψύχωση να κερδίσω την τρίτη τετραετία», ήταν η χαρακτηριστική φράση του για την κυβερνητική φθορά. Όσο για τη διαδοχή ήταν σαφής: «Θα αστειεύεστε βέβαια». Και μάλιστα το πήγε κι ένα βήμα παραπέρα κάνοντας λόγο για συμφέροντα που θέλουν να προκαλέσουν υπόνοιες εσωτερικής αναταραχής για δικούς τους λόγους και για κάποιους που διακινούν αυτά τα σενάρια, για τους οποίους συνέστησε να τους αφήσουμε στη δική τους μοναξιά και θλίψη, που δυστυχώς θα προκαλέσει η μη επιβεβαίωσή τους.

Θέλοντας να βάλει ένα τέλος στη σεναριολογία του είδους είπε χαρακτηριστικά ότι «αν πιστεύετε ότι ένας εκλεγμένος πρωθυπουργός με ισχυρή λαϊκή νομιμοποίηση, του οποίου το κόμμα εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις με κάποια φθορά -το αναγνωρίζω- αλλά με παραπάνω από δέκα μονάδες από το δεύτερο, θα ξεκινούσε μια τέτοια διαδικασία»...

Τέταρτον απάντησε στα σενάρια για κυβέρνηση συνεργασίας, που φούντωσαν μετά και την ομιλία του στο Συνεδριακό Κέντρο «Ιωάννης Βελλίδης», με την απαραίτητη πάντα... σάλτσα. Ο πρωθυπουργός θέλησε να βάλει τέλος στην τοξικότητα στον πολιτικό λόγο, που τα τελευταία χρόνια με διάφορες αφορμές και αιτίες έχει κυριαρχήσει έναντι της ανταλλαγής επιχειρημάτων, θέσεων και προτάσεων γόνιμων και εποικοδομητικών, ακόμα και έναντι ενός προγραμματικού λόγου προκειμένου ο πολίτης να κάνει τις επιλογές του στις κάλπες σε μια στέρεη βάση κι όχι στη βάση κραυγών και επιθέσεων. Για να περιορίσεις όμως την τοξικότητα πρέπει να τείνεις χείρα φιλίας, να επιδιώξεις συναινέσεις και συνεννόηση, να μιλήσεις για συνεργασία (έστω κι αν δεν πεις τη λέξη). Εκεί κάπου μπαίνει η ψείρα της μετεκλογικής συνεργασίας. Δεν απέφυγε να απαντήσει σε αυτό ο πρωθυπουργός, αλλά ουσιαστικά αυτό που είπε είναι ότι αυτά θα τα αποφασίσει ο κυρίαρχος λαός με την ψήφο του. Αν η αυτοδυναμία (την οποία προτιμά) αποδειχθεί ουτοπία, τότε αναγκαστικά θα πρέπει να είναι ανοιχτός ο δρόμος για μετεκλογικές συνεργασίες και κυβερνήσεις. Ο ίδιος ανέλαβε την πρωτοβουλία να ανοίξει ένα τέτοιο μονοπάτι και περιμένει να δει την ανταπόκριση των κομμάτων της αντιπολίτευσης και κυρίως (όπως ο ίδιος είπε) του ΠΑΣΟΚ. «Πιστεύω στις μονοκομματικές κυβερνήσεις και οι Έλληνες μας εμπιστεύτηκαν δύο φορές να κυβερνήσουμε τον τόπο. Η αυτοδυναμία φάνταζε δύσκολη και πριν τις εκλογές του 2023. Αυτή τη στιγμή οι εκλογές του 2027 δεν είναι το πρώτο μέλημα στο μυαλό μου. Όταν υλοποιείς σχέδιο με ορίζοντα τετραετίας , αναμένεις να αποδίδει σε βάθος χρόνου. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το τοπίο το 2027. Η ερώτηση για μετεκλογικές συνεργασίες στην παρούσα στιγμή δεν μπορεί να απαντηθεί. Ο ελληνικός λαός θα κάνει την επιλογή», υπογράμμισε ο κ. Μητσοτάκης.

Πέμπτον ο πρωθυπουργός πήρε θέση για το rebranding και την... επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο προσκήνιο. Αφού... θύμισε ότι είναι εν ενεργεία βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και δεν έφυγε από την πολιτική, τόνισε πως αυτό που αντιλαμβάνεται είναι ότι ο κ. Τσίπρας ζητάει από τους πολίτες να κάνουν οι ίδιοι αυτοκριτική, επειδή δεν κατάλαβαν πόσο βοήθησε ο ίδιος τη χώρα, αντί να κάνει ο ίδιος αυτοκριτική για τα δικά του πεπραγμένα. «Ο κ. Τσίπρας απέτυχε και ως πρωθυπουργός και ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και να σας πω και κάτι ακόμη, νομίζω ότι γνωρίζετε πώς έχω πορευτεί και στις εκλογές του 2019 και στις εκλογές του 2023, εγώ δεν αισθάνομαι ότι κέρδισα τον κ. Τσίπρα, αισθάνομαι ότι κέρδισα την εμπιστοσύνη των Ελλήνων πολιτών. Και με τους πολίτες συνομιλούμε και τους πολίτες πρέπει να πείσουμε ότι η δική μας κυβερνητική πρόταση είναι η πιο αξιόπιστη για να μας τιμήσουν με την εμπιστοσύνη τους».

Δεν έμεινε όμως μόνο εκεί. Έκανε λόγο για «κάποια συμφέροντα, κάποια μέσα, κάποιους επιχειρηματίες που έχουν αναλάβει τον ρόλο του χρυσού χορηγού του κ. Τσίπρα. Τώρα γιατί το κάνουν, τι εξυπηρετούν, αν στον κύριο Τσίπρα προσωποποιούν την όποια αντίδρασή τους στην κυβέρνηση αυτό είναι δικό τους δικαίωμα. Αλλά ξέρετε αυτά συμβαίνουν πάντα στον χώρο της πολιτικής, δεν τα αξιολογώ ως ιδιαίτερα σημαντικά, απλά τα επισημαίνω, προκειμένου να είμαστε απολύτως σαφείς για το τι συμβαίνει με το rebranding του κ. Τσίπρα».

Έκτον ο κ. Μητσοτάκης απάντησε και στα σενάρια περί δημιουργίας νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, αλλά εκεί επέλεξε άλλη τακτική. Και γενικώς φαίνεται από το διήμερο ότι ακολουθεί απέναντι στους Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά μια τακτική επαναπροσέγγισης ή έστω «εκεχειρίας». Σε ποιο βαθμό; Δεν το γνωρίζουμε.

Η απάντησή του είχε και τόνο και ύφος και ουσία ανθρώπινη πάντως, λόγω της απώλειας της κόρης του κ. Σαμαρά: «Εγώ βλέπω έναν πατέρα που έχασε το παιδί του. Και αυτό για εμένα τα σκεπάζει όλα και δεν θέλω να πω τίποτα παραπάνω, γιατί αυτή η τραγωδία είναι πολύ νωπή για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Θα πω ότι η δουλειά του πρωθυπουργού είναι μοναχική δουλεία. Και ως πρωθυπουργοί αυτοί γνωρίζουν καλύτερα πόσο δύσκολη είναι αυτή η αποστολή την οποία αναλαμβάνουν. Σίγουρα υπήρξαν διαφωνίες σε θέματα πολιτικής και απαντήσεις που δόθηκαν εκατέρωθεν ειδικά σε ζητήματα που αφορούν στην εξωτερική πολιτική. Θεωρώ όμως ότι η μεγάλη τελικά είναι η εικόνα είναι η εικόνα μιας παράταξης η οποία σήμερα είναι η μόνη δύναμη σταθερότητας στην πατρίδα μας. Και η μόνη δύναμη που μπορεί να εξασφαλίσει την ευημερία των Ελλήνων και να κρατήσει το εθνικό σκάφος ασφαλές σε πολύ δύσκολους καιρούς. Και πιστεύω ότι τελικά αυτή η λογική θα επικρατήσει και δεν θέλω να πω κάτι παραπάνω από αυτό».

Στο ίδιο πλαίσιο, πέταξε την μπηχτή του και στον Πάνο Καμμένο ερωτηθείς για τις σχέσεις του με τον Αμερικανό πρόεδρο, Ντόναλντ Τραμπ: «Δεν έχω τόσο καλές σχέσεις όπως ο Πάνος Καμμένος για να τα τακτοποιώ όλα με ένα τηλέφωνο, αλλά είμαστε σε καλό δρόμο»...

Έβδομον, ο πρωθυπουργός δεν απέφυγε να βγει απέναντι σε όσους εργαλειοποίησαν, όπως είπε την τραγωδία των Τεμπών και επιχείρησαν από αυτή να αποκομίσουν μικροκομματικά οφέλη. Στη σχετική ερώτηση της Voria.gr ο κ. Μητσοτάκης έκανε λόγο για τη «συμμαχία του ξυλόλιου»: «Δεν νομίζω ότι υπάρχει πια καμία αμφιβολία, τώρα ξέρουμε, με βάση και τα τελικά πορίσματα τα οποία εκδόθηκαν, για τη συμμαχία του ξυλολίου και για όλους αυτούς που με πρωτοφανή αθλιότητα εργαλειοποίησαν τον πόνο των συγγενών για να μας αποδώσουν ευθύνες που δεν μας αναλογούσαν».

Και ποιοι είναι αυτοί; «Σε αυτό το έργο συμμετείχαν πολλοί: τα κόμματα που ήταν θεσμικά υπεύθυνα, ΜΜΕ που ανακύκλωναν αυτές τις θεωρίες, παρουσιάζοντας συνεχώς απίθανους ανθρώπους να λένε απίθανα πράγματα. Και καλό είναι να αναλογιστούν όλοι και να κάνουν την αυτοκριτική τους γιατί φτάσαμε σε αυτό το σημείο. Αλλά τώρα ξέρουμε τι ακριβώς έγινε και πώς στήθηκε η πρωτοφανής αυτή αθλιότητα». Μάλιστα, αναρρωτήθηκε εάν όλοι αυτοί που φωνάζουν επειδή έκλεισε η ανάκριση θέλουν πραγματικά τη δίκη...

Όγδοον άκουσα τουλάχιστον δυο φορές το διήμερο τον πρωθυπουργό να κάνει αναφορά δημοσίως στην «πλατεία Κολωνακίου και τα πέριξ» σαν έναν άλλο κόσμο, στον οποίο εξυφαίνονται σενάρια και γίνεται η «πολιτική κουζίνα», η οποία όπως τονίζει δεν αφορά στην κοινωνία. «Η πολιτική κουζίνα και η συζήτηση μπορεί να αφορά σε χίλιους ανθρώπους πέριξ της πλατείας Κολωνακίου, δεν αφορά όμως στους πολίτες», ήταν η χαρακτηριστική φράση του στη συνέντευξη τύπου. Μεταξύ των σεναρίων και η ενδεχόμενη επιστροφή του ανιψιού, Γρηγόρη Δημητριάδη, στο Μέγαρο Μαξίμου για την οποία ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα.

Μπορεί να μην απλώθηκε κάποιο νέο πολιτικό αφήγημα που θα αλλάξει τον τόπο συθέμελα, πλην όμως είχε το πολιτικό ζουμί της η συνέντευξη τύπου του πρωθυπουργού, που θα πυροδοτήσει άλλωστε και συζητήσεις το επόμενο διάστημα. Και πιθανώς νέα σενάρια πέριξ ή και μακρύτερα της πλατείας Κολωνακίου...