Skip to main content

Θάλασσες σε ασφυξία: Υπεραλίευση και θερμική κρίση απειλούν τη βιοποικιλότητα της Ελλάδας

Δύο επιστήμονες εξηγούν τις επιπτώσεις στην ελληνική θαλάσσια ζωή και προτείνουν λύσεις για ένα βιώσιμο μέλλον

Οι θάλασσές μας, αυτές οι αστείρευτες πηγές ζωής, πολιτισμού και οικονομικής ανάπτυξης, αντιμετωπίζουν σήμερα πρωτοφανείς προκλήσεις. Η ισορροπία των εύθραυστων θαλάσσιων οικοσυστημάτων διαταράσσεται από πολλαπλούς παράγοντες, με τις συνέπειες να γίνονται όλο και πιο ορατές.

Η μείωση των ιχθυοαποθεμάτων και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη θερμοκρασία των υδάτων αποτελούν δύο από τις πλέον πιεστικές απειλές, που απαιτούν άμεση κατανόηση και αποτελεσματική αντιμετώπιση.

Δείτε - Υδάτινος κόσμος, ώρα μηδέν: Η κλιματική κρίση, η ανθρώπινη απειλή και οι δεσμεύσεις της Ελλάδας για βιώσιμες θάλασσες

Ιχθυοαποθέματα σε κίνδυνο - Η μάχη για τη βιώσιμη αλιεία

Η κατάσταση των ιχθυοαποθεμάτων στη Μεσόγειο και, κατ’ επέκταση, στις ελληνικές θάλασσες, είναι πλέον ανησυχητική, όπως επιβεβαιώνει η επιστημονική κοινότητα. «Υπάρχει μια σημαντική μείωση των αποθεμάτων των θαλάσσιων οργανισμών και ιδιαίτερα εκείνων που αποτελούν έναν θαλάσσιο βιολογικό πόρο», τονίζει ο Δρόσος Κουτσούμπας, κοσμήτορας της Σχολής Περιβάλλοντος του Πανεπιστήμιο Αιγαίου και καθηγητής Θαλάσσιας Βιολογίας στο Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών. «Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στους ανώτερους θηρευτές, στα μεγάλα ψάρια όπως ο ροφός, ο τόνος και ο ξιφίας, των οποίων ο πληθυσμός έχει μειωθεί πάρα πολύ δραστικά». Ο λόγος είναι η υπεραλίευση, που σημαίνει, όπως εξηγεί ο καθηγητής, «ότι αλιεύουμε περισσότερο από ό,τι μπορεί να εισέλθει στο απόθεμα, στον πληθυσμό, μέσα από τις διαδικασίες αναπαραγωγής». Αν δεν υπάρχει παραγωγικό δυναμικό, τότε «όσο περνάει ο χρόνος δεν υπάρχει ένα παραγωγικό δυναμικό που μπορεί να δώσει τους νέους απογόνους».

Το ζήτημα της υπεραλίευσης δεν αφορά μόνο τα ίδια τα ψάρια, αλλά και τα ενδιαιτήματά τους. Η τράτα βυθού, ένα συρόμενο αλιευτικό εργαλείο, είναι ιδιαίτερα καταστροφική. «Καταστρέφουν τους βιότοπους των ψαριών, δηλαδή τους βυθούς, όπου και αναπαράγονται τα ψάρια», εξηγεί ο κ. Κουτσούμπας. «Εκεί όπου βρίσκονται τα λιβάδια Ποσειδωνίας, τα οποία είναι πάρα πολύ σημαντικά γιατί είναι οι παιδικοί σταθμοί των ψαριών, τα κοράλλια, που είναι επίσης ένας πολύ σημαντικός βιότοπος, η τράτα τα καταστρέφει». Πέρα από την καταστροφή των βυθών, η τράτα συλλέγει και παραλιεύματα, δηλαδή «σφουγγάρια, κοράλλια, τα άλλα πλάσματα του βιόκοσμου, τα οποία δεν έχουν κανένα εμπορικό ενδιαφέρον». Αυτά ανεβαίνουν στο πλοίο και απορρίπτονται νεκρά, οδηγώντας σε πολλαπλάσιες απώλειες για τη βιοποικιλότητα. Ένας επιπλέον μεγάλος κίνδυνος είναι τα «δίχτυα-φαντάσματα» (ghost nets), τα εγκαταλελειμμένα δίχτυα που συνεχίζουν να παγιδεύουν θαλάσσια ζωή, συμπεριλαμβανομένων δελφινιών και χελωνών, εμποδίζοντας την ανάπτυξη του θαλάσσιου βιόκοσμου.

Image

Για την αναστροφή αυτής της κατάστασης, ο κ. Κουτσούμπας προτείνει μια σειρά μέτρων για τη βιώσιμη αλιεία. Αυτά περιλαμβάνουν την επιλογή «πιο επιλεκτικών αλιευτικών εργαλείων», τον «περιορισμό της αλιευτικής προσπάθειας» (π.χ., συγκεκριμένες χρονικές περιόδους ψαρέματος) και τη χρήση «διχτυών με μεγαλύτερο μάτι», ώστε να αλιεύονται ψάρια μεγαλύτερης ηλικίας. Ωστόσο, το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για την ισορρόπηση της αλιευτικής δραστηριότητας με την προστασία του περιβάλλοντος είναι η ανάπτυξη θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών ή θαλάσσιων πάρκων. Σε αυτές τις περιοχές, μια σειρά ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, όπως το ψάρεμα και η εξόρυξη, θα απαγορεύονται, δημιουργώντας καταφύγια για τη θαλάσσια ζωή. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου αναφέρει ότι «ένας στόχος που έχει τεθεί είναι το 30% της έκτασης των ωκεανών, σε παγκόσμιο επίπεδο, να καλύπτεται από προστατευόμενες περιοχές», γνωστός ως Ατζέντα 30-30.

Η αύξηση θερμοκρασίας των θαλασσών - Μια σιωπηλή απειλή

Πέρα από την υπεραλίευση, η κλιματική αλλαγή επιδρά άμεσα και στη θερμοκρασία των θαλασσών, με σοβαρές συνέπειες για τη θαλάσσια βιοποικιλότητα. Ο Ιωάννης Κρεστενίτης, Ομότιμος Καθηγητής Παράκτιας Τεχνικής & Ωκεανογραφίας του ΑΠΘ, εξηγεί ότι η αύξηση της θερμοκρασίας των θαλασσών δεν γίνεται μόνο στην επιφάνεια, αλλά και σε αρκετά μεγάλο βάθος, φτάνοντας ακόμα και σε βάθη πολύ μεγάλα, στα 700 με 1000 μέτρα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα «μικρότερες διακυμάνσεις μεταξύ χειμώνα και καλοκαιριού», γεγονός που, όπως επισημαίνει, δεν αφήνει τους οργανισμούς να ανακάμψουν.

Ιδιαίτερα ανησυχητικοί είναι οι θαλάσσιοι καύσωνες, όπως αυτοί που βιώσαμε έντονα το 2021 και το 2024. Ο κ. Κρεστενίτης φέρνει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την επίδραση στα μύδια: «Το μύδι όταν ξεπεράσει η θάλασσα μια συγκεκριμένη θερμοκρασία παθαίνει αυτό που λένε θερμικό στρες και πεθαίνει. Αυτό είχε επιπτώσεις όχι μόνο στην παραγωγή μόνο εκείνων των ημερών, όσο δηλαδή κράτησε ο θαλάσσιος καύσωνας, αλλά και στον γόνο, δηλαδή στην παραγωγή που θα προέκυπτε». Αυτοί οι καύσωνες γίνονται όλο και πιο έντονοι, αλλά επιπλέον μεγάλωσε και η διάρκειά τους. Όταν οι καύσωνες διαρκούν λίγο οι οργανισμοί μπορούν να προσαρμοστούν, «όταν όμως κρατάνε καιρό, η επίπτωση είναι μεγάλη». Οι επιπτώσεις είναι ευρείες, καθώς επηρεάζονται «τα κοράλλια, τα λιβάδια της Ποσειδωνίας και τα ψάρια. Γενικά έχουμε μία υποβάθμιση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, φυτικού και ζωικού».

Image

Αντιμετωπίζοντας αυτή την απειλή, ο ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ υπογραμμίζει την ανάγκη «να επιβραδύνουμε, να αλλάξουμε αυτό τον ρυθμό επιδείνωσης λόγω της κλιματικής αλλαγής». Πέρα από τη γενικότερη αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, μπορούν να ληφθούν και πιο στοχευμένα μέτρα προσαρμογής. Για παράδειγμα, συζητείται η μεταφορά των μυδοκαλλιεργειών «πιο βαθιά», όπου το νερό είναι ψυχρότερο. Επίσης, έχει ξεκινήσει και εφαρμόζεται σε διάφορες θαλάσσιες περιοχές η «αναζωογόνηση των λιβαδιών Ποσειδωνίας», μια πρακτική ζωτικής σημασίας για την αποκατάσταση αυτών των κρίσιμων ενδιαιτημάτων που λειτουργούν ως... παιδικοί σταθμοί για πολλά είδη ψαριών.

Η κατάσταση των ιχθυοαποθεμάτων και οι επιπτώσεις της αύξησης της θερμοκρασίας αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη για μια ολοκληρωμένη και αποτελεσματική θαλάσσια πολιτική στην Ελλάδα. Η υιοθέτηση βιώσιμων αλιευτικών πρακτικών, η επέκταση και η ουσιαστική διαχείριση των θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών, καθώς και η προσαρμογή στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, αποτελούν μονόδρομο. Οι επιστήμονες έχουν σκιαγραφήσει τις προκλήσεις και έχουν υποδείξει τους δρόμους. Εναπόκειται πλέον σε όλους μας, από τους κρατικούς φορείς έως τον κάθε πολίτη, να δράσουμε συντονισμένα και με συνέπεια για ένα υγιές και παραγωγικό θαλάσσιο μέλλον, διασφαλίζοντας ότι οι θάλασσές μας θα συνεχίσουν να είναι πηγές ζωής και ευημερίας για τις επόμενες γενιές.