Μετά τον αντιπεριφερειάρχη Αγροτικής Οικονομίας Κεντρικής Μακεδονίας, Γιώργο Κεφαλά και ο καθηγητής Κτηνιατρικής του ΑΠΘ, Γιώργος Αρσένος, διευθυντής του Εργαστηρίου Ζωικής Παραγωγής & Προστασίας Περιβάλλοντος αμφισβητεί την ύπαρξη της φυλής «Ρουμλουκίου» που διασώζει ο κτηνοτρόφος, Κώστας Θεοφίλου στο Μικρό Μοναστήρι της Θεσσαλονίκης. Τα ζώα του κ. Θεοφίλου προσβλήθηκαν από ευλογιά και οδηγούνται στη σφαγή, γεγονός που του στοίχισε πολύ και από το στρες νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Γιαννιτσών.
Διαβάστε σχετικά: Θεσσαλονίκη: Άρχισε η θανάτωση των αιγοπροβάτων που μολύνθηκαν από ευλογιά στο Μικρό Μοναστήρι (βίντεο)
Με επιστολή του προς την ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, την οποία φέρνει στο φως της δημοσιότητας το protothema, ο κ. Αρσένος αναφέρεται στη φυλή αυτή και σημειώνει πως υπάρχει «απουσία αντικειμενικής τεκμηρίωσης».
«Κατά την ανασκόπηση των διαθέσιμων επιστημονικών πηγών και την εξέταση της διεθνούς βιβλιογραφίας, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν επαρκή αντικειμενικά γενετικά δεδομένα (όπως microsatellite panels, mtDNA haplotypes, SNP datasets ή ολοκληρωμένες GWAS μελέτες) που να τεκμηριώνουν με σαφήνεια και επιστημονική εγκυρότητα την ύπαρξη και τη γενετική διαφοροποίηση πολλών από τις φυλές που χαρακτηρίζονται ως σπάνιες ή αυτόχθονες στη χώρα μας. Για παράδειγμα, αναφέρομαι στη φυλή «Ρουμλουκίου» για την οποία έχει γίνει εκτενής αναφορά πρόσφατα στα μέσα
μαζικής ενημέρωσης. Θα ήθελα να σας επισημάνω ότι η απουσία αντικειμενικής τεκμηρίωσης αποτελεί ουσιώδες κενό τόσο ως προς τη βιολογική/γενετική πιστοποίηση των φυλών, όσο και ως προς την αξιοπιστία των διοικητικών διαδικασιών που σχετίζονται με τη διατήρηση, στήριξη και επιδότησή τους με χρηματοδοτήσεις που προέρχονται είτε από εθνικούς είτε από Ευρωπαϊκούς πόρους», αναφέρει ο κ. Αρσένος στην επιστολή του.
Σημειώνει ακόμη ότι «ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων των «σπάνιων» φυλών η υφιστάμενη διαδικασία βεβαίωσης από αρμόδιους φορείς, δηλαδή τα Κέντρα Ζωικών Γενετικών Πόρων της διεύθυνσης Ζωικών Γενετικών Πόρων & Κτηνοτροφικών Εγκαταστάσεων του ΥΠΑΑΤ, θεωρείται επαρκής για τις ανάγκες εφαρμογής των προγραμμάτων ενίσχυσης και καταβολής επιδοτήσεων.
Εντούτοις, θα ήθελα να τονίσω ότι η πρακτική αυτή δεν ανταποκρίνεται σε διεθνώς αποδεκτά επιστημονικά πρωτόκολλα γενετικής αναγνώρισης φυλών. Η σύγχρονη διαχείριση ζωικών γενετικών πόρων προϋποθέτει τεκμηριωμένα, αντικειμενικά και δημοσιευμένα δεδομένα, που επιτρέπουν σαφή διάκριση φυλών, εκτίμηση ενδοφυλετικής ποικιλότητας και καταγραφή γενετικών αποστάσεων μεταξύ τους».