Skip to main content

Θεσσαλονίκη-Freskon: Άνοστα και... σκληρά τα ελληνικά αχλάδια-Αναζητούνται πιο γλυκές, τραγανές και ζουμερές ποικιλίες

Σε πτώση εμπορικά και καλλιεργητικά το άλλοτε κραταιό φρούτο - Οι λύσεις που προτείνουν οι επιστήμονες

Σε αναζήτηση υβρίδιου για καλύτερη γεύση και άρωμα όσον αφορά την ελληνική αχλαδοπαραγωγή, είναι η επιστημονική και η γεωτεχνική κοινότητα της χώρας.

Ένα φρούτο που άλλοτε είχε πρωτεύουσα θέση στην καλλιέργεια οπωροφόρων, πλέον έχει εξελιχθεί σε μια κοστοβόρα υπόθεση για τους αγρότες, με παραγωγή που πωλείται φθηνά και δεν φαίνεται να έχει μέλλον.

«Ο κόσμος δεν τρώει πολλά αχλάδια γιατί... είναι άνοστα», δήλωσε αφοπλιστικά κατά την εισήγησή του στο συνέδριο αχλαδιού στο πλαίσιο της έκθεσης Freskon ο Γιώργος Νάνος, καθηγητής του Τμήματος Γεωπονίας και Φυτικής Παραγωγής και Αγροτικού Περιβάλλοντος του πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Ένα ακαδημαϊκός που έχει αφιερώσει το επιστημονικό του έργο στο φρούτο με το ιδιαίτερο σχήμα και το πράσινο χρώμα, διεμήνυσε από το βήμα του συνεδρίου που έγινε στη Θεσσαλονίκη ότι η καλλιέργεια του αχλαδιού θα μπορέσει να είναι βιώσιμη εφόσον μειωθεί το κόστος παραγωγής και αυξηθεί η ίδια η παραγωγή, με τη χρήση ορθών γεωργικών πρακτικών.

Άλλωστε όπως είπε, το αχλάδι είναι μια καλλιέργεια που ελάχιστα έχει επηρεαστεί από την κλιματική κρίση και στον βαθμό που επηρεάζεται, μια σωστή διαχείριση μπορεί να κάνει διαχειρίσιμη την κατάσταση.

«Το κλίμα είναι άριστο για τις αχλαδιές, αλλά θέλει εμπειρία καλλιεργητή και γεωπόνου. Δεν καλύπτουμε τις ανάγκες σε αχλάδι και κάνουμε ακριβές εισαγωγές και μέσα στον χειμώνα», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Νάνος.

Το αχλάδι στην Ελλάδα

Το αχλάδι στη χώρα καλλιεργείται ως επί το πλείστον στην περιοχή του Τυρνάβου, ενώ υπάρχουν και καλλιέργειες στην Κεντρική Μακεδονία, ωστόσο τα τελευταία χρόνια τα στρέμματα έχουν μειωθεί σημαντικά.

Η λύση, όπως είπε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας είναι να οδηγηθούμε σε καλλιέργεια υβρίδιων που θα είναι ανθεκτικά στις ασθένειες (ψύλλα, βακτηριακό κάψιμο) και τις κλιματικές αλλαγές, ενώ παράλληλα θα προσφέρουν μια νέα γευστική εμπειρία στον καταναλωτή.

Αναφερόμενος στην κυρίαρχη ποικιλία αχλαδιού στην Ελλάδα, το κρυστάλλι, ο κ. Νάνος επισήμανε ότι είναι «σκληρό και άγευστο».

Όσον αφορά τις άλλες ποικιλίες που υπάρχουν στη χώρα είναι η Santa Maria που φυτεύθηκε όπως σημείωσε ο καθηγητής κυρίως για τους τουρίστες, καθώς είναι ένα άνοστο αχλάδι που έχει ωραία εμφάνιση.

Η κοντούλα είναι μια εξαιρετικά ευαίσθητη ποικιλία, ενώ τα κόσια είναι μια ποικιλία επικονιαστής των άλλων ποικιλιών.

Μια ανερχόμενη ποικιλία που καλλιεργείται στη χώρα είναι η Sissy, ενώ καλλιεργούνται και οι μεταποιήσιμες ποικιλίες, τα William και τα Highland, όπου ως χώρα είμαστε ελλειμματικοί, αφού το κόστος παραγωγής είναι υψηλό και η παραγωγή μικρή.

Τα Abate Fetel είναι όπως είπε ο καθηγητής μια καλλιέργεια που φέρνει τα απαιτούμενα γευστικά δεδομένα για αύξηση της κατανάλωσης, ωστόσο έχει πολλές απαιτήσεις και απαιτεί εμπειρία στο κλάδεμα.

Όπως είπε παράλληλα, παρατηρείται το φαινόμενο από τους Έλληνες παραγωγούς να κάνουν αλόγιστη χρήση λιπασμάτων και ανορθόδοξων τρόπων καλλιέργειας, κάτι που οδηγεί σε λειψές ή και κακές παραγωγές.

Ζουμερά, αλλά και... κόκκινα αχλάδια

Την ανάγκη να προωθηθούν ποικιλίες αχλαδιού που θα έχουν εμπορικότητα, κάτι το οποίο εξαρτάται από την καλή γεύση, επισήμανε μιλώντας στο ίδιο συνέδριο ο διευθυντής πωλήσεων της ΒΙΤΡΟ ΕΛΛΑΣ ΑΕ, Άρης  Κωνσταντινίδης.

«Οι στόχοι είναι η βελτίωση της ποιότητας. Δεν χρειάζεται μεγάλο μέγεθος πια όπως συνηθιζόταν. Χρειάζεται μεγάλο παράθυρο συγκομιδής και παράλληλα καλή συντηρησιμότητα. Παράλληλα οι ποικιλίες δεν πρέπει να είναι δύσκολες στη διαχείριση και να  είναι ανθεκτικές στις ασθένειες», σημείωσε ο κ. Κωνσταντινίδης.

Όπως μάλιστα σημείωσε, η επίτευξη υβρίδιου στο αχλάδι είναι δύσκολη υπόθεση, η οποία μπορεί να φτάσει ως και 40 χρόνια ερευνών.

Το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια έχει καταλήξει σε τέσσερα υβρίδια αχλαδιών, τα οποία προέρχονται από την Abate Fetel, ωστόσο είναι βελτιωμένα φρούτα με καλή ανθεκτικότητα τόσο στην καλλιέργεια, όσο και στη συντήρηση, ενώ όπως ανέφερε το στέλεχος της ΒΙΤΡΟ, «μια καλή λύση είναι να βρεθεί η ποικιλία που θα καθιερωθεί στη νεολαία ως σνακ».

Σύμφωνα με τον κ. Κωνσταντινίδη, οι υβριδικές ποικιλίες Early Giulia, Debby Green, Lucy Sweet και η κόκκινη Lucy Red, έχουν ήδη καλλιεργηθεί σε ορισμένα κτήματα στη Βόρεια Ελλάδα και έχουν δώσει πολύ καλά δείγματα.

Ακριβή η παραγωγή – Στροφή σε ροδάκινο και βερίκοκο

Σύμφωνα με τον Χρήστο Τασιούλα, πρόεδρο της Οργάνωσης Παραγωγών του Αγροτικού Συνεταιρισμού Δένδρων Τυρνάβου, το κόστος παραγωγής αχλαδιού είναι ένα... ακριβό σπορ, αφού φτάνει τα 1.000 ευρώ το στρέμμα, ενώ η τιμή παραγωγού κυμαίνεται από 0,40  έως 0,60 ευρώ το κιλό.

«Εάν μεταβούμε σε μια άλλη ποικιλία από τα κρυστάλλια, τα κόστη θα εκτοξευθούν και θα πρέπει να πουλήσουμε ως παραγωγοί κοντά στο 1 ευρώ το κιλό, με αποτέλεσμα στο λιανεμπόριο η τιμή να φτάσει στα 3 ευρώ. Τόσο ακριβό αχλάδι δεν μπορεί να πουληθεί», τόνισε ο κ. Τασιούλας.

Αυτή τη στιγμή ο Συνεταιρισμός καλλιεργεί 15.000 στρέμματα κρυστάλλια, 3.000 στρέμματα Santa Maria, 4.000 στρέμματα τα αχλάδια μεταποίησης και τα υπόλοιπα είναι κοντούλες και κόσια.

Μαζί με ροδάκινα, βερίκοκα και λίγα ακτινίδια η παραγωγή του ΑΣ Δένδρων εκτιμάται στα 6.5 εκατ. κιλά ανά έτος, ωστόσο όπως λέει ο Χρήστος Τασιούλας τα ακριβά κόστη στο αχλάδι οδηγούν σε μεταστροφή της καλλιέργειας στο ροδάκινο και το βερίκοκο.