Ζητήματα τα οποία αφορούν στα αίτια της έξαρσης βίας μεταξύ των ανηλίκων, αλλά και τα μέτρα πρόληψης για να πάψει το φαινόμενο να εξαπλώνεται με αυτόν τον ρυθμό, αποτέλεσαν τους κεντρικούς άξονες στην ημερίδα με θέμα «Παραβατικότητα ανηλίκων-Σύγχρονες προσκλήσεις και παρεμβάσεις πρόληψης», που διοργάνωσε η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης.
Όπως πολλές φορές ακούστηκε από τους συνολικά 4 εισηγητές της ημερίδας, οι οποίοι έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με φαινόμενα βίας των ανηλίκων, οι κύριοι παράγοντες που οδηγούν τα παιδιά σε βίαιες συμπεριφορές βρίσκονται στο σχολείο, στα ηλεκτρονικά μέσα, αλλά και μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.
Κατά τη διάρκεια των εισηγήσεων έγινε γνωστό πως είναι μεγάλος ο αριθμός των μαθητών οι οποίοι δεν γνωρίζουν ότι οι πράξεις τους επιφέρουν ποινικές συνέπειες, ενώ είναι εξίσου μεγάλος αριθμός των γονέων και κηδεμόνων, που αγνοούν ότι η παραμέληση εποπτείας ανηλίκων, αποτελεί ποινικό αδίκημα.
Όπως είπε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ο Υπαστυνόμος Β’ στο Τμήμα Αντιμετώπισης Παραβατικότητας Ανηλίκων της Υποδιεύθυνσης Προστασίας ανηλίκων, Λάζαρος Γρηγοριάδης «ό,τι κάνουμε οι ενήλικες, αυτό μιμούνται τα παιδιά και δυστυχώς όσα κάνουμε οι μεγαλύτεροι τον τελευταίο καιρό, δεν είναι και τα καλύτερα».
Ο κ. Γρηγοριάδης τόνισε ότι η καθημερινότητα οδηγεί ορισμένους γονείς να βλέπουν διεκπεραιωτικά κάποια πράγματα και να μένουν στο αν έχουν φάει ή αν έχουν μελετήσει τα παιδιά τους.
«Δεν συζητάνε μαζί τους, με αποτέλεσμα τα παιδιά να εσωτερικεύουν τα πρόβληματά τους και έτσι να τα διοχετεύουν αργότερα σε βίαιες πράξεις», συμπλήρωσε ο κ. Γρηγοριάδης.
Από την πλευρά του, ο αστυνομικός Υποδιευθυντής, Ψυχολόγος της Ελληνικής Αστυνομίας και διδάκτορας Ψυχολογίας στο ΑΠΘ, Απόστολος Καλιαμπός, στάθηκε μεταξύ άλλων στο γεγονός ότι ο ρόλος της τεχνολογίας ενέτεινε τα φαινόμενα της βίας ανάμεσα στους ανήλικους.
Όπως είπε, η τεχνολογία «σύγχυσε τους νέους με την πληθώρα των πληροφοριών και δημιούργησε για εκείνους ένα περιβάλλον στο οποίο ευδοκιμούν φαινόμενα βίας και επιθετικότητας».
Στο ίδιο πλαίσιο, η αστυνομικός Υποδιευθυντής και Τμηματάρχης Τμήματος Καινοτόμων Δράσεων και Στρατηγικής της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος, Στυλιανή Πάτση, γνωστοποίησε πως έρευνες έδειξαν ότι τα παιδιά που εκφοβίζουν στα social media, είναι 37% πιο πιθανό να διαπράξουν εγκληματικές ενέργειες και ως ενήλικες.
Το revenge porn, αποτελεί μορφή διαδικτυακού εκφοβισμού.
Σύμφωνα με στοιχεία της Europol τα οποία επικαλέστηκε η κ. Πάτση, «μόνο μέσα στο 2023, 1/3 παιδιά είδαν σεξουαλικές εικόνες τους να διακονούνται κυρίως μέσα από τα social media, ενώ το 6% των ανηλίκων στην Ευρώπη μοιράστηκαν ατομικές σεξουαλικές φωτογραφίες τους, εκούσια». Όπως επεσήμανε η ίδια, «υπάρχει ραγδαία αύξηση στις υποθέσεις revenge porn, αλλά και αυξητική τάση ανταλλαγής πορνογραφικού υλικού ανηλίκων».
Σύμφωνα μάλιστα με τον διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διευθυντή του Παιδοψυχιατρικού Τμήματος στο ΓΝΘ Ιπποκράτειο, Βάιο Νταφούλη, η πανδημία του Covid ενέτεινε τη διαδικτυακή αλληλεπίδραση μεταξύ των νέων, φέρνοντας εκτός από τις θετικές και εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες. Ο κ. Νταφούλης στάθηκε στον τρόπο με τον οποιον οι θύτες κάνουν bullying με όλους τους τρόπους στα θύματά τους και είπε ότι «ακριβώς επειδή στο bullying δεν υπάρχει κοινωνική αποδοκιμασία, ο θύτης συνεχίζει τη δράση του».
Όπως συμπέραναν οι ομιλούντες, η βία βρίσκει πρόσφορο έδαφος όπου παρατηρούνται κοινωνικές ανισότητες και ως εκ τούτου η πρόληψη πρέπει να στραφεί σε αυτές.
Επιπλέον, πρόληψη για τους ομιλητές, θα έπρεπε να υπάρχει στις οικογένειες και στα σχολεία των παιδιών, καθώς όπως συμφώνησαν, κανένα παιδί δεν γεννήθηκε εγκληματίας, παρά μόνον έφτασε σε ακραίες καταστάσεις έπειτα από όλα όσα βίωσε, είδε ή άκουσε.
Από τη δίκη τους πλευρά, οι άνθρωποι της ΕΛ.ΑΣ. πραγματοποιούν ελέγχους σε ανήλικους τις παραμονές των αργιών, αλλά και τις ημέρες Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή σε σημεία στα οποία συναθροίζονται οι νέοι.