Οι όροι και οι προϋποθέσεις για την προστασία της κύριας ή μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη από τον πλειστηριασμό, περιλαμβάνονται στα άρθρα του νομοσχεδίου με τα προαπαιτούμενα που κατατέθηκε στη Βουλή.
Στο δεύτερο κεφάλαιο του σχεδίου νόμου που αφορά στην τροποποίηση των διατάξεων του νόμου 3869/2010 για την προστασία της πρώτης κατοικίας, όπως σημειώνει η αιτιολογική έκθεση, τίθενται ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις για την προστασία της κύριας ή μοναδικής κατοικίας του οφειλέτη κατά τη διαδικασία ρύθμισης με απαλλαγή από τις οφειλές του.
Ο δανειολήπτης πρέπει να υπήρξε συνεργάσιμος, κατά την έννοια του Κώδικα Δεοντολογίας κατά το χρόνο της αρχικής καθυστέρησης του δανείου.
Ο τελευταίος μπορεί έως τις 31 Δεκεμβρίου του 2018 να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση το ακίνητο υπό συγκεκριμένες και σαφείς προϋποθέσεις.
Αυξημένη προστασία αναγνωρίζεται στους οφειλέτες ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων, εφόσον το διαθέσιμο οικογενειακό τους εισόδημα δεν ξεπερνά ή είναι ίσο των εύλογων δαπανών διαβίωσης και η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά 40.000 ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά 20.000 ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία τέκνα.
Για τη συγκεκριμένη κατηγορία οφειλετών προβλέπεται η δυνατότητα συνεισφοράς του δημοσίου στην εξόφληση των μηνιαίων καταβολών, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, η οποία έπεται της έκδοσης της οριστικής απόφασης.
Τα κριτήρια προσδιορισμού του ύψους της συνεισφοράς του δημοσίου, η ελάχιστη συνεισφορά του οφειλέτη καθώς και η διαδικασία εφαρμογής του συγκεκριμένου μηχανισμού οικονομικής ενίσχυσης θα ορισθεί με απόφαση των αρμόδιων υπουργών.
Τα όρια της αντικειμενικής αξίας κλιμακώνονται ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση.
Έτσι, στην πρώτη κατηγορία με τους ευπαθέστερους οι οποίοι θα μπορούν να εισπράξουν και βοήθημα από το δημόσιο, η αντικειμενική αξία του ακινήτου θα πρέπει να μην ξεπερνά τα επίπεδα των 120.000 ευρώ ενώ το εισόδημά του θα πρέπει να διαμορεφώνεται στα επίπεδα των εύλογων δαπανών διαβίωσης.
Για τη δεύτερη κατηγορία (όπου δεν υπάρχει δυνατότητα επιδότησης) το όριο της αντικειμενικής αξίας ορίστηκε τελικώς στις 180.000 ευρώ για τον άγαμο, στις 220.000 ευρώ για τον παντρεμένο ενώ για κάθε παιδί προβλέπεται προσαύξηση κατά 20.000 ευρώ για κάθε παιδί.
Στις εύλογες δαπάνες διαβίωσης βάσει των οποίων θα υπολογίζεται από τον δικαστή η δυνατότητα καταβολών του οφειλέτη, παρεκτός των βασικών δαπανών που είναι απαραίτητες για τη διαβίωση ενός νοικοκυριού και στις οποίες περιλαμβάνονται οι δαπάνες για διατροφή, ένδυση και υπόδηση, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, μετακίνηση, επισκευή και συντήρηση επίπλων και οικιακού εξοπλισμού, είδη οικιακής κατανάλωσης και ατομικής φροντίδας, ενημέρωση και μόρφωση, υπηρεσίες τηλεφωνίας και ταχυδρομείων, αγαθά και υπηρεσίες υγείας, υπηρεσίες εκπαίδευσης, υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και οικονομικές υπηρεσίες, θα περιλαμβάνονται επιπλέον οι δαπάνες εστίασης, οι δαπάνες για διαρκή αγαθά και συσκευές και οι επιπλέον δαπάνες για κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και καπνού, αεροπορικές μετακινήσεις, τουριστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες αναψυχής, πολιτισμού και αθλητισμού (ήτοι η τέταρτη από τέσσερις ομάδες δαπανών, όπως αυτές καταγράφονται από τα επίσημα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών, ΕΟΠ).
Ειδική μέριμνα, σημειώνεται στην αιτιολογική έκθεση, λαμβάνεται ώστε να μην βλάπτονται τα συμφέροντα των πιστωτών καθώς τίθεται ως βάση του ποσού που θα λάβουν δυνάμει του σχεδίου ρύθμισης το ποσό το οποίο θα ελάμβαναν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη. Η εκτίμηση του ποσού αυτού θα πραγματοποιείται από ειδικό εμπειρογνώμονα, ο οποίος θα ορίζεται από το δικαστήριο. Για το σκοπό αυτό θα συσταθεί σε κατά τόπους ειρηνοδικεία Ειδικό Μητρώο Εμπειρογνωμόνων.
Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον ειρηνοδίκη, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών μηνιαίων δόσεων ετησίως, το αρμόδιο δικαστήριο διατάσσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής με την οποία ορίστηκε η καταβολή των δόσεων, ή την ανάκληση κάθε άλλου προληπτικού ή ανασταλτικού μέτρου. Η αίτηση του πιστωτή για την ανάκληση κατατίθεται στο το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από τη δημιουργία του λόγου ανάκλησης.
Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής.
Οι οφειλέτες των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμεί κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου υποχρεούνται εντός 6 μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου και εφόσον μέχρι τότε δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση της αιτήσεώς τους, να υποβάλλουν στη γραμματεία του δικαστηρίου όπου τηρείται ο φάκελος της αιτήσεώς τους, επικαιροποιημένα τα στοιχεία. Η παράλειψη του οφειλέτη να ενημερώσει τα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου θεωρείται παράβαση καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως του άρθρου 10 του ν. 3869/2010.