Πολύ σημαντική εξέλιξη για το επιχειρείν της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης Βορείου Ελλάδος είναι η εκλογή του προέδρου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μασούτη στην προεδρία της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος, την οποία πρώτη αποκάλυψε προ τριών ημερών η Voria.gr. Ο βασικός λόγος είναι ότι στην Ελλάδα διάσταση κέντρο – περιφέρεια επηρεάζει την επιχειρηματικότητα, η οποία επιπροσθέτως έχει γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Το γεγονός ότι εκπρόσωπος του συνόλου των ελληνικών επιχειρήσεων για το επόμενο διάστημα θα είναι ένας επιχειρηματίας πολύ μεγάλης οικονομικής επιφάνειας και εμβέλειας, που δραστηριοποιείται στην ουσία πανελλαδικά, ορμώμενος όμως από την περιφέρεια και ειδικότερα από τη Θεσσαλονίκη, σημαίνει ότι θα μεταφέρει στην πρωτεύουσα και στα κέντρα λήψης των αποφάσεων τη ματιά και την εμπειρία της «άλλης» Ελλάδας με αξιοπιστία. Διότι άλλο οι κουβέντες να γίνονται στο τρίγωνο Σύνταγμα – Κολωνάκι – Μέγαρο Μαξίμου και άλλο στο μείγμα να προτίθεται και κάτι από πλατεία Αριστοτέλους και Εγνατία Οδό. Η συγκεντρωτική νοοτροπία των παραγόντων της πρωτεύουσας φάνηκε άλλωστε και χθες, όταν ο απερχόμενος –στην ουσία αποπεμφθείς- πρόεδρος της ΚΕΕΕ Γ. Χατζηθεοδοσίου, στις δηλώσεις του καταγγέλλει τον πρόεδρο του Εμπορικού και βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών Ιωάννη Μπρατάκο ότι τον ανέτρεψε, υποβαθμίζοντας μια κι έξω τον πρόεδρο του ΕΒΕΘ, που τον αντικατέστησε. Από εδώ και πέρα είναι στο χέρι του Γ. Μασούτη να δείξει ότι είναι αυθύπαρκτος και αυτόφωτος, αλλά και να εμπλουτίσει τον διάλογο για την εξέλιξη και ανάπτυξη του επιχειρείν με νέες ιδέες, στις οποίες φυσάει αναζωογονητικός ο Βαρδάρης.
Το Πολυτεχνείο ζει
Οι μικροσυγκεντρώσεις είναι καθημερινή ιστορία στη Θεσσαλονίκη. Τελευταία, μάλιστα, έχουν πυκνώσει ξανά, κάτι απόλυτα δικαιολογημένο στις μέρες μας, που ο κόσμος είναι πιεσμένος και θέλει να εκφραστεί, ενώ συμβαίνουν πολλά και διάφορα. Το καλό της υπόθεσης είναι ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι συγκεντρώσεις αυτές σέβονται, πλέον, την καθημερινότητα της πόλης και δε δημιουργούν προβλήματα μετακινήσεων (κυκλοφοριακό, αποκλεισμοί κλπ.). Κάτι εξαιρετικά ενθαρρυντικό. Ιδιαίτερα το κέντρο της Θεσσαλονίκης και η αγορά έχουν υποφέρει την τελευταία δεκαετία από καθημερινές αναστατώσεις που δημιουργούσαν συστηματικά μερικές δεκάδες άνθρωποι, οι οποίοι διαμαρτύρονταν, δίκαια μεν –ο καθείς και τα αιτήματα του- εις βάρος των υπολοίπων δε –και οι υπόλοιποι έχουν τα δίκια τους.
Στην Αριστοτέλους, σε μία από τις τελευταίες συγκεντρώσεις των μη εμβολιασμένων υγειονομικών της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δεν πιστεύουν στην επιστήμη που υπηρετούν και τώρα κινδυνεύουν να απολυθούν, υπήρχε ένα πλακάτ που έγραφε «Δεν υπάρχει υγεία χωρίς ελευθερία». Κατά καιρούς σε πλακάτ και πανώ έχουμε διαβάσει «Δεν υπάρχει σχολείο χωρίς δημοκρατία» ή «Το ποδόσφαιρο είναι μαγκιά». Είμαστε κοντά στο να ακούσουμε έξω από το κτήριο του ΥΜΑΘ, στο σύμβολο της κεντρικής εξουσίας στη Θεσσαλονίκη, όπου καταλήγουν σχεδόν όλες οι διαμαρτυρίες «Ελευθερία ή θάνατος» και «Το Πολυτεχνείο ζει». Κι εγώ –είναι η αλήθεια- τώρα τελευταία δεν αισθάνομαι και πολύ καλά, ενώ ούτε η ελευθερία, ούτε η δημοκρατία, ούτε το… Πολυτεχνείο μπορούν να απαντήσουν. Για ηρεμήστε σύντροφοι, μπας και βρεθεί κάποια άκρη.
Αφιερωμένο special
Είκοσι χρόνια, από την καθιέρωση του ευρώ δηλαδή όταν εν μία νυκτί ανέβηκαν οι τιμές, είχε να νιώσει ακρίβεια στο πορτοφόλι του ο νεοέλληνας. Να εξηγούμαστε: όχι ότι η ζωή στην χώρα μας είναι φτηνή, απλά τις δύο τελευταίες δεκαετίες δεν ακρίβαινε ορατά, ενώ εν μέσω ύφεσης στη δεκαετία του 2010, η έλλειψη ζήτησης προσγείωσε τις τιμές σε πολλά πεδία. Ο πληθωρισμός που ζούμε σήμερα είναι αποτέλεσμα της εισαγόμενης ακρίβειας κι αφιερωμένος special –όπως έλεγαν οι ραδιοπειρατές στις δεκαετίες του 1970 και του 1980- σε όσους επιμένουν ότι το αναπτυξιακό μοντέλο που επικράτησε στη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες –κάτι μεταξύ τουρισμού και κατανάλωσης- είναι βιώσιμο. Είναι αυτοί που βολεύονται με κάποιον ανύπαρκτο καταμερισμό δραστηριοτήτων, τον οποίο (υποτίθεται ότι) εξυπηρετούν οι χώρες στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Το να γίνουν οι Έλληνες, όπως λέει και ο απλός λαός, «γκαρσόνια της Ευρώπης» ή οι καλύτεροι πελάτες των πολυκαταστημάτων και των κοινωνικών δικτύων, ενδεχομένως να είναι προς το συμφέρον τους, επειδή βολεύει τις δουλειές τους και διασφαλίζει τα κέρδη τους, τα οποία εν συνόλω οδηγούνται στο εξωτερικό. Αλλά η κοινωνία χωρίς οικονομικό παραγωγικό αντίβαρο θα έχει πρόβλημα. Ήδη έχει. Προφανώς σε μια χώρα της Μεσογείου ο τουρισμός είναι σημαντική δραστηριότητα, όπως και η κατανάλωση συμβάλλει στην αύξηση του ΑΕΠ και στη διατήρηση μιας κάποιας απασχόλησης. Αλλά χωρίς εύρωστο πρωτογενή και δυναμικό δευτερογενή τομέα η χώρα είναι ανάπηρη. Η αγροδιατροφή, η μεταποίηση και τα συναφή προσφέρουν σταθερή ανάπτυξη, διατηρήσιμη απασχόληση με καλύτερες αμοιβές, ενώ συμβάλουν στην εξωστρέφεια της οικονομίας, δηλαδή την ενίσχυση των εξαγωγών.
Η πρωτεύουσα των μικρομάγαζων
Η Θεσσαλονίκη τα τελευταία 30 χρόνια, από τότε που ξεκίνησε η αποβιομηχάνιση, πληρώνει ακριβά αυτή τη λογική. Από πραγματική «πύλη εμπορίου», που διαθέτει ένα λιμάνι, το οποίο βρέθηκε στο επίκεντρο δύο πολέμων, έχει εξελιχθεί σε «πρωτεύουσα των μπουτίκ, των καφέ και των εν γένει μικρομάγαζων». Όπως και να το κάνουμε πρόκειται για τεράστια έκπτωση, μεγαλύτερη από τις εκπτώσεις που συναντάμε αυτή την εποχή στα μαγαζιά της Τσιμισκή, της Μητροπόλεως, της Αγίας Σοφίας και της Ερμού. Επομένως –για τους ορθολογικούς ανθρώπους- η κατεύθυνση της ελληνικής οικονομίας από εδώ και πέρα οφείλει να είναι εστιασμένη στην αγροτική παραγωγή και τη μεταποίηση. Τα υπόλοιπα –τουρισμός, εμπόριο, υπηρεσίες- «τσουλάνε» από μόνα τους με κεκτημένη ταχύτητα, αφού σε αυτές τις κατευθύνσεις αφενός διαφημίστηκε η χώρα επί δεκαετίες και αφετέρου εκπαιδεύτηκε το ελληνικό σύστημα.
Πωλήσεις, αγορές, δάνεια
Καλύτερη απόδειξη για όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να είναι παρά τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, στην εποχή της ανάπτυξης που διανύουμε. Οι εξαγωγές αυξάνονται, αλλά οι εισαγωγές «τρέχουν» γρηγορότερα και το εμπορικό έλλειμμα αυξάνεται πάνω από 30%. Διότι η αύξηση της κατανάλωσης, των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας γενικότερα σε μια οικονομία με ισχνή παραγωγική βάση, φέρνει αναπόφευκτα μεγάλη αύξηση στις εισαγωγές αγαθών, πρώτων υλών και εξοπλισμού. Με βάση αυτό το ισοζύγιο εάν η Ελλάδα ήταν επιχείρηση ίσως θα έπρεπε να κατεβάσει ρυθμούς, μέχρι να αποκαταστήσει τις παραγωγικές της ισορροπίες, ώστε στο μεσοδιάστημα να χάνει λιγότερα. Επειδή όμως η Ελλάδα δεν είναι εταιρεία, αλλά κράτος, υπάρχουν οι αγορές, δηλαδή τα δάνεια και τα δανεικά. Διότι επιμένουμε να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα παραμένει η περισσότερο δανεισμένη και εξαρτώμενη από το εξωτερικό χώρα του κόσμου.