Μπορεί το θέμα να έχει κάπως παραγκωνιστεί, λόγω άλλων προτεραιοτήτων που έχουν προκύψει, ωστόσο η διευθέτηση του χρέους της χώρας ήταν και παραμένει ο βασικός στόχος της κυβέρνησης.
Υπο αυτή την έννοια και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα τελευταία δεδομένα, αυτό το οποίο θα μπορούσε κανείς να πει με σχετική ασφάλεια είναι ότι όσο περνάει ο καιρός, τόσο το ενδεχόμενο «κουρέματος» αποκλείεται και έρχεται στο προσκήνιο το σενάριο της νέας επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής των ευρωπαϊκών δανείων, ώστε να παραμείνουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ οι δαπάνες αποπληρωμής του χρέους και μετά το 2022. Πρόκειται, δηλαδή, για την παλιά γνωστή συνταγή, η οποία θεωρούνταν περίπου δεδομένο ότι θα επικρατήσει, στην πορεία.
Στο μόνο που μπορεί να ελπίζει η Αθήνα είναι κάποια αλλαγή στους όρους των επιτοκίων που καταβάλλει για τα ευρωπαϊκά δάνεια. Και επειδή το ύψος τους είναι ήδη πολύ χαμηλό (πέριξ του 1%), το μόνο που ρεαλιστικά μπορεί να διεκδικήσει είναι να μετατραπούν τα επιτόκια από κυμαινόμενα σε σταθερά.
Με αυτόν τον τρόπο εξαλείφεται ο κίνδυνος να αυξηθούν οι μελλοντικές δαπάνες για τόκους, καθώς είναι δεδομένο ότι τα επόμενα χρόνια τα επιτόκια θα αυξηθούν από τα ιστορικά χαμηλά που βρίσκονται σήμερα. Στο σχέδιο αυτό, ωστόσο, οι χώρες της Ευρωζώνης αντιδρούν, γιατί θα έχουν απώλειες στα προβλεπόμενα μελλοντικά έσοδά τους από την Ελλάδα. Οπότε το τι θα γίνει είναι αβέβαιο.