Skip to main content

Τροπολογία επαναφέρει τα υψηλά πρόστιμα για μη έκδοση απόδειξης

Τροπολογία του ΥΠΟΙΚ επαναφέρει τα υψηλά πρόστιμα που ίσχυαν πριν από τον Οκτώβριο του 2015, για τη μη έκδοση αποδείξεων ή για ανακριβή στοιχεία.

Επαναφορά των υψηλών προστίμων που ίσχυαν πριν από τον Οκτώβριο του 2015, για τη μη έκδοση αποδείξεων ή για ανακριβή στοιχεία, για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, προβλέπει τροπολογία του υπουργείου Οικονομικών που κατατέθηκε στο νομοσχέδιο για την τροποποίηση του τελωνειακού κώδικα, η συζήτηση του οποίου θα αρχίσει την επόμενη εβδομάδα στην Ολομέλεια.

Σύμφωνα με την τροπολογία, τα νέα πρόστιμα προβλέπουν τη διατήρηση του 50% του ΦΠΑ, για κάθε απόδειξη που δεν θα κόβεται, αλλά δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 250 ευρώ, για τις επιχειρήσεις που τηρούν απλά βιβλία και τα 500 ευρώ, για επιχειρήσεις που τηρούν διπλά βιβλία. Ταυτόχρονα, προβλέπεται ο διπλασιασμός των προστίμων σε περίπτωση υποτροπής εντός πενταετίας και τον τετραπλασιασμό για τις επόμενες φορές. Η διάταξη τίθεται σε εφαρμογή από τις 25 Ιουλίου 2016.

Η διάταξη όπως κατατέθηκε στη Βουλή έχει ως εξής:

«Σε περίπτωση μη έκδοσης φορολογικού στοιχείου ή έκδοσης ή λήψης ανακριβούς στοιχείου για πράξη που επιβαρύνεται με ΦΠΑ, επιβάλλεται πρόστιμο πενήντα τοις εκατό (50%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των πεντακοσίων (500) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Σε περίπτωση διαπίστωσης, στο πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου, εκ νέου διάπραξης της ίδιας παράβασης, εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, επιβάλλεται πρόστιμο εκατό τοις εκατό (1 00%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των πεντακοσίων (500) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των χιλίων (1.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Στην περίπτωση κάθε επόμενης ίδιας παράβασης στο πλαίσιο μεταγενέστερου ελέγχου εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, επιβάλλεται πρόστιμο διακόσια τοις εκατό (200%) επί του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της διαφοράς, αντίστοιχα, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των χιλίων (1.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης aπλογραφικού λογιστικού συστήματος και των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος».