Η Ελλάδα και η Τουρκία θα συνεχίσουν να παράσχουν ανθρωπιά και φιλοξενία στους κυνηγημένους, όμως δεν θα είναι οι χώρες που θα δεχθούν τη μόνιμη παραμονή όλων αυτών των ανθρώπων που διεκδικούν μια καλύτερη ζωή, δήλωσε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας στην κοινή συνέντευξή Τύπου με τον τούρκο ομόλογό του Αχμέτ Νταβούτογλου, μετά τη Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.
Από την πλευρά του ο Τούρκος πρωθυπουργός είπε ότι αυτή τη στιγμή η Ελλάδα και η Τουρκία μοιράζονται την προσφυγική κρίση, τα αίτια της οποίας πηγάζουν στην κατάσταση που επικρατεί στη Συρία.
«Δεν είμαστε εδώ για να υλοποιήσουμε κάτι που μας επιβάλλουν οι εταίροι μας. Είμαστε εδώ για να συνεργαστούμε για να λυθεί, γιατί ξέρουμε πως μπορεί να λυθεί. Είμαστε εδώ για να λυθεί το πρόβλημα στην Συρία, γιατί είμαστε απέναντι στην τρομοκρατία και την καταπίεση. Παράλληλα, για να καταβάλουμε κοινή προσπάθεια ώστε να χτυπήσουμε τα δίχτυα των διακινητών, γιατί θεωρώ απαράδεκτο να έχουμε την δυνατότητα τόσο σημαντικών οπλικών συστημάτων προκειμένου να έχει ο καθένας το κεφάλι του ήσυχο απέναντι στον άλλλον και την ίδια στιγμή αυτά τα συστήματα να μην μπορούν να εντοπίσουν τους διακινητές, οι οποίοι δρουν ανενόχλητοι στο Αιγαίο», τόνισε ο Αλέξης Τσίπρας.
«Η Ελλάδα και η Τουρκία δεν είναι η αιτία του προβλήματος για τις προσφυγικές ροές. Η Ελλάδα και η Τουρκία φιλοξενούν ανθρώπους. Η Τουρκία πάνω από 2,5 εκατομμύρια και η Ελλάδα παρά τις αντίξοες συνθήκες έχει προσφέρει ανθρωπιά, ειδικά οι κάτοικοι των νησιών μας. Θέλω να τονίσω ότι η Ελλάδα και η Τουρκία θα συνεχίσουν να παράσχουν ανθρωπιά και φιλοξενία στους κυνηγημένους, όμως δεν θα είναι οι χώρες αυτές που θα δεχθούν την μόνιμη παραμονή όλων των ανθρώπων που διεκδικούν άσυλο στην Ευρώπη. Γι' αυτό προωθούμε έναν μηχανισμό νόμιμης οδού, ταυτόχρονα παίρνοντας μέτρα για την καταπολέμηση του δικτύου των διακινητών», συνέχισε.
Ο Αλέξης Τσίπρας συμπλήρωσε πως το κοινό πρωτόκολλο επανεισδοχής δίνει ένα μήνυμα και σε ανθρώπους που δεν προέρχονται από εμπόλεμες ζώνες πως δεν υπάρχει η βούληση και η δυνατότητα να ταξιδέψουν στην Ευρώπη.
Παρουσιάζοντας την τουρκική πρόταση στη χθεσινή Σύνοδο, ο Αχμέτ Νταβούτογλου είπε ότι δεν μπορούμε να μείνουμε αμέτοχοι απέναντι στους διακινητές. «Εκτός από τους σύρους πρόσφυγες, υπάρχουν και πολλοί άλλοι από τρίτες χώρες που χρησιμοποιούν την Ελλάδα και την Τουρκία σαν δρόμο για να περάσουν σε ευρωπαϊκές χώρες. Οι πρόσφυγες που συλλαμβάνονται στο Αιγαίο θα επιστρέφουν στην Τουρκία κι όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις θα τους στέλνουμε στην Ευρώπη. Αν δεν εφαρμόσουμε τα μέτρα, δεν θα μπορέσουμε να σταματήσουμε το δράμα των προοσφύγων» είπε.
Ο κ. Τσίπρας χαρακτήρισε ενδιαφέρουσα την πρόταση της Τουρκίας, είπε ότι πρέπει να εξετασθεί η νομική πλευρά της, αλλά η ηθική πλευρά της αποθαρρύνει τους ανθρώπους που δικαιούνται να έρθουν στην ΕΕ να χρησιμοποιούν την παράνομη οδό και να έρχονται μέσω της νόμιμης και ελεγχόμενης οδού.
Επίσης, εξέφρασε την ελπίδα ότι στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής θα ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις.
Οι δύο πρωθυπουργοί κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερώτηση για το casus belli και τις παραβιάσεις στο Αιγαίο. Ο Αχμέτ Νταβούτογλου απάντησε ότι οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας έχουν αλλάξει αρκετά και ότι στο παρελθόν οι εχθρικές πολιτικές δεν προσέφεραν τίποτα. Για τις παραβιάσεις επανέλαβε ότι οι δυο χώρες δίνουν εντολές για την αντιμετώπιση εισβολών. «Υπάρχουν κινήσεις που η Ελλάδα θεωρεί ότι συνιστούν παραβιάσεις και εμείς όχι και το αντίστροφο» είπε.
Όσον αφορά το casus belli, ο τούρκος πρωθυπουργός είπε ότι το ελληνικό κοινοβούλιο είχε πάρει μια απόφαση και το τουρκικό ακολούθησε. «Είχα πει να πάρουμε από κοινού μια απόφαση να τις άρουμε» ανέφερε.
«Το δηλώνω ξεκάθαρα: Δεν έχουμε καμία στρατηγική επίθεσης απέναντι στην Ελλάδα. Όπως ο Βενιζέλος και ο Ατατούρκ πήραν μεγάλες αποφάσεις, θέλω και εμείς να πάρουμε μεγάλες αποφάσεις. Ζηλεύω τις σκανδιναβικές χώρες για τις φιλικές χώρες που έχουν μεταξύ τους».
Κατάλοιπο άλλης εποχής, της δεκαετίας του '60, χαρακτήρισε το casus belli ο κ. Τσίπρας. Για την υφαλοκρηπίδα είπε ότι η διαφορά πρέπει να λυθεί με βάση τις διεθνείς συμφωνίες. «Ελπίζω κάποια στιγμή να πείσω και τον Αχμετ γι’ αυτό» κατέληξε.