Το ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης, έχει ξεφύγει από το αρχικό του χρονοδιάγραμμα, τη στιγμή που τα τεχνικά κλιμάκια βρίσκονται στην Αθήνα και έχουν αρχίσει συζητήσεις με τους Έλληνες υπουργούς γύρω από τα αμφισβητούμενα μέτρα λιτότητας.
Η Wall Street Journal καταγράφει τα κενά που υπάρχουν στο πρόγραμμα της Αθήνας και επισημαίνει: υπάρχει κίνδυνος πλέον για την ίδια τη συμφωνία. Σύμφωνα με τα όσα είχαν συμφωνηθεί τον Αύγουστο, η Αθήνα θα έπρεπε έως τα μέσα Οκτωβρίου να προχωρήσει σε μια σειρά πολλών και σκληρών μέτρων λιτότητας που θα άνοιγαν το δρόμο για την οικονομική ανάπτυξη έτσι ώστε να μην χρειαστεί περαιτέρω αύξηση φόρων ή άλλων περικοπών στις δαπάνες.
Ωστόσο, οι συζητήσεις μεταξύ των τεχνικών κλιμακίων στην Αθήνα αναμένεται να καταδείξουν τις διαφορές που υπάρχουν στις δύο πλευρές σε θέματα όπως η φορολογία στα ιδιωτικά σχολεία, η φορολόγηση των αγροτών, οι περικοπές στις συντάξεις και την πρώτη κατοικία.
Τώρα, η ελληνική πλευρά ζητάει άλλες δύο εβδομάδες για να περάσει όλα τα μέτρα και στο ενδιάμεσο να λάβει τα δύο δισεκατομμύρια της υπο-δόσης.
Το άρθρο σημειώνει ότι η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε υποσχεθεί πως θα αναπτύξει γοργά τις δράσεις της έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η πρώτη φάση του προγράμματος διάσωσης και να περάσει στη συνέχεια στο σημαντικό θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους. Από την άλλη, όμως, είχε υποσχεθεί σε συνταξιούχους, αγρότες και ιδιοκτήτες ακινήτων ότι θα τους προστατεύσει από νέα σκληρά μέτρα.
Οι διαφορές ανάμεσα στις δύο πλευρές, αναφέρει το άρθρο, δείχνουν ότι η αβεβαιότητα γύρω από το μέλλον της Ελλάδας παραμένει. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται από τη χρηματοδοτική ενίσχυση της Γερμανίας και των άλλων χωρών της Ευρωζώνης, τη στιγμή που η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία έχουν καταφέρει να «απογαλακτιστούν» και να αφαιρέσουν τη θηλιά από τους λαιμούς τους.
Το δίλημμα της Αθήνας είναι αν θα πρέπει να συνεχίσει τη λιτότητα, κάτι που πιθανόν θα οδηγήσει τη χώρα σε δύο ακόμη χρόνια ύφεσης και με δεδομένη την κατάσταση της οικονομίας, αυτό θα είναι πολλαπλασιαστικά επιζήμιο. Στόχος της ελληνικής κυβέρνησης είναι να πείσει τους δανειστές ότι μπορεί να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους δίχως να επιβάλει περισσότερη λιτότητα.
Ειδικότερα, η Αθήνα θέλει να αποφύγει τη βαριά φορολόγηση στους αγρότες και να μην βάλει ΦΠΑ στην ιδιωτική εκπαίδευση. Παράλληλα, έχει να αντιμετωπίσει ένα υπερφορτωμένο συνταξιοδοτικό σύστημα που πολιτικά, όποια απόφαση και αν πάρει, θα είναι επώδυνη. Αμφότερα τα μέρη της διαπραγμάτευσης συμφωνούν πως χρειάζεται νέος σχεδιασμός στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό, καθώς οι μέχρι τώρα προσπάθειες έχουν αποτύχει.
Επί του παρόντος, η ελληνική κυβέρνηση δείχνει να μην υιοθετεί τις προτάσεις της Επιτροπής Σοφών που προκάλεσαν πολλές αντιδράσεις, αλλά οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι σημειώνουν με επίταση ότι ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος είναι αναπόσπαστο τμήμα του σχεδίου διάσωσης και προϋπόθεση για οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους.
Τέλος, παζάρι αναμένεται να γίνει με τα «κόκκινα» δάνεια και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Η απόσταση που χωρίζει τις δύο πλευρές είναι μεγάλη με τους δανειστές να τονίζουν πως η υπερβολική προστασία της κυβέρνησης προς τους ιδιοκτήτες ακινήτων ουσιαστικά ενθαρρύνει τη μη πληρωμή των χρεών των ενυπόθηκων δανείων και πληγώνει το ήδη παράλυτο τραπεζικό σύστημα της χώρας.